Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΘΘΥΜΟΥΜΑΙ


ΑΘΘΥΜΟΥΜΑΙ...
Όταν οι γειτονιές μύριζαν γιασεμί και είχαν ζωή.
Το δείλις, άμα οι ίσκιοι μάκραιναν, οι κοπελιές με τις κούζες και τις κορύπες στο χέρι, ανηφόριζαν στο καλοτζιαρινό να τις γεμίσουν με φρέσκο, κρύο νερό.
Στο χωριό μου είχαμε δύο καλοτζαιρινά, το πάνω και το κάτω. Το πάνω καλοτζιαιρινό έτρεχε μέσα από κτιστό και σκεπαστό αυλάκι, δίπλα από το Οκτατάξιο σχολείο. Είχε 3 σκαλιά, τα κατέβαινες, έβαζες την κούζα σου στο στόμιο του αυλακιού και γέμιζε με καθαρό, δροσερό νερό. Παιδιά εμείς, σκύβαμε, γεμίζαμε τις χούφτες, πίναμε και ήταν σαν να μας χάριζαν τον ουρανό με τ΄άστρα. Αμα ήταν καλοκαίρι, βγάζαμε τα παπούτσια , σκύβαμε λίγο και μπαίναμε μέσα στο κτιστό αυλάκι. Περπατούσαμε όσο μας επέτρεπε το φώς που έμπαινε από το στόμιο του πετραύλακου. Κάποια αγόρια μάζευαν καττούες ή αν ήταν τυχερά έβρισκαν κανένα κάβουρα.
Το νερό του καλοτζαιρινού έτρεχε ολόχρονα και κατέληγε σε μια μεγάλη δεξαμενή. Από εκεί οι δικαιούχοι που είχαν και κοτσάνι του νερού, πότιζαν τα περιβόλια και τις φυτείες τους.
Το κάτω καλοτζαιρινό ήταν στην βόρεια πλευρά του χωριού .
Αν θυμάμαι καλά, ήταν ένα τετράγωνο λαγούμι στο οποίο ανάβλυζε το νερό και συνέχιζε την πορεία του. Έσκυβες, τέντωνες τα χέρια και γέμιζες την κορύπα σου .
Ας πάμε πίσω στις κοπελιές με τις κούζες. Συνήθως πήγαιναν να γεμίσουν δυο – τρείς παρέα, κουβέντιαζαν κιόλας. Η κούζα έπαιρνε τη θέση της πάνω στο τραπέζι, με κεντητό πετσετάκι στο στόμιο ξεδιψούσε τους νοικοκύρηδες όταν επέστρεφαν αργά το απόγευμα, από τον μόχθο των χωραφιών. Πρώτα τάιζαν τα ζώα που τους βοηθούσαν στις γεωργικές εργασίες όλη μέρα, τους έβαζαν καθαρό νερό και μετά έστρωναν τραπέζι για την οικογένεια. Τα καλοκαιρινά βράδυα πολλοί έτρωγαν έξω στην αυλή που ήταν πιο δροσερά. Τότες τα σπίτια όλα είχαν εσωτερική αυλή με ψηλούς μαντρότοιχους που τους προστάτευαν από τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών.
Μετά το δείπνο, οι άντρες πήγαιναν στο καφενείο και οι γυναίκες και τα παιδιά, έπαιρναν τις καρεκλίτσες τους και καθόντουσαν έξω στο δρόμο με τις γειτόνισσες. Παρέες παρέες, κουβέντιαζαν, έλεγαν για τις δουλιές τους, τα δικά τους, τα βάσανά και τις χαρές τους. Τα παιδιά έπαιζαν συνήθως χωστό, βοηθούσε και το σκοτάδι να κρυφτούν καλύτερα. Ακουγες το παιδί που «καμμούσε» να φωνάζει δυνατά: - Πέντε, δέκα , δεκαπέντε ως το εκατό και μετά πτού, κανέναν εν έσιει. Ησυχία για λίγο και μετά τα παδιά ξεφώνιζαν χαρούμενα.
Οι άντρες πήγαιναν στο καφενείο όχι μόνο για να ακούσουν τα νέα, άλλά και για να διευθετήσουν τις εργασίες της επόμενης μέρας, αφού δεν υπήρχαν τηλέφωνα . Η επιστροφή τους στο σπίτι σήμαινε το τέλος της βραδυάς. Μαζευόντουσαν τα παιδιά, οι καρεκλίτσες και πήγαιναν όλοι για ύπνο.
΄Υστερα με τα χρόνια μπήκαν οι τηλεοράσεις σιγά σιγά σε όλα τα σπίτια. ΄Εκλεισαν οι άνθρωποι τις πόρτες τους, έκλεισαν και τις καρδιές τους, άδειασαν οι γειτονιές.
Να σας πω την αλήθεια; Νομίζω πως και τα γιασεμιά δεν μυρίζουν πια το ίδιο.


ΥΓ. Ο Γάλλος αρχιτέκτονας και σχεδιαστής Edmond Duthoit στα μέσα του 19ου αιώνα (1862 - 1865) επισκέπτεται την Κύπρο και μελετά τα ήθη, τα έθιμα, την καθημερινή ζωή και τους ανθρώπους. Πέρασε και από το Ακάκι. Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο "Στο ωραιότερο μονοπάτι του κόσμου" ο Edmond Duthoit και η Κύπρος" . Εκδοτική επιμέλεια Ρίτα Κ. Σεβέρη, Lucie Bonato, Εκδοση απο το Συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου.








Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

Aς μιλήσουμε για ισότητα φύλων.


Γράφει η Αργυρή Τσίγκη

Γυναίκες, φταίμε κι΄εμείς.

Θα έχετε φαντάζομαι διαπιστώσει, ότι όταν μία γυναίκα προσκαλείται να παρουσιαστεί σε οποιαδήποτε εκπομπή στην τηλεόραση, στο πρώτο πράγμα που εστιάζει ο παρουσιαστής / παρουσιάστρια, είναι η εξωτερική εμφάνιση της καλεσμένη. Ακολουθούν φράσεις, όπως: " κούκλα μου, είσαι πολύ όμορφη σήμερα", " λάμπεις ολόκληρη", "μα τι ωραίο χρώμα το μαλλί σου" και πάει λέγοντας. Δεν πα να έχουν απέναντι τους την πιο έξυπνη γυναίκα του κόσμου, την γυναίκα που διαπρέπει στον τομέα της, την γυναίκα που αγωνίζεται μια ζωή, την γυναίκα με τα πέντε δοκτοράτα, ακόμα και την πιο απλή γυναίκα της διπλανής πόρτας, θα εστιάσουν στο κορμί, το μαλλί, στο βάψιμο, στα μπιχλιμπίδια, στα χαϊμαλιά, στο βάθος του ντεκολτέ, στο μήκος της φούστας. Εντάξει , στα δύο τελευταία, εστιάζουν με το βλέμμα.



Θέλω να ακούσω παρουσιαστές/ στριες να λένε τα ΄ιδια όταν έχουν καλεσμένους άντρες. Να πούν λ.χ. Παχουλλούιν μου, βλέπω διατηρείς την τζοιλιούαν σου, μα ήντα λαμπερή εν σήμερα η φαλακρούα σου, ωωω, μα άλλαξες το σχήμα του μουστατζιού σου; ΄Η να πουν σε έναν όμορφο νεαρό, ότι είναι πολλά όμορφος , μα τι ωραίο πράσινο χρώμα έχουν τα μάτια του, τι σικάτο πουκάμισο φορεί κλπ.
΄Οοοολα αυτά δεν έχουν σημασία αν είσαι άντρας. Απλά είσαι ο επιστήμονας, ο καθηγητής, ο πολιτικός, ο τεχνίτης, ο νεαρός σπουδαστής κλπ. Φτάνει που είσαι .άντρας. Κοντός, ψηλός, όμορφος , άσχημος, δεν έχει σημασία. Εστιάζουν όλοι πολλά παραπάνω στην μόρφωση, στην θέση, στο επάγγελμα.

Ένας άντρας είναι αποδεκτός όπως είναι. Η γυναίκα πρέπει να βαφτεί, να αλλάξει φάτσα, να αλλάξει μαλλί, να ακολουθεί την μόδα, να σχολιάζεται και να κρίνεται με την εξωτερική εμφάνιση. ΄Οσα είναι μέσα στο μυαλό της, την ψυχή και την καρδιά της δεν ενδιαφέρουν .

Ενδιαφέρει η βιτρίνα.

Γράφει η Αργυρή Τσίγκη

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018

Από τες λαψάνες στες ..... λαγάνες.

Γράφει η Αργυρή Τσίγκη 
Οι σήκωσες (αποκριές) και η καθαρά Δευτέρα των παιδικών και νεανικών μου χρόνων ήταν πολλά διαφορετικές από τις σημερινές.
Τις μέρες πριν τις σήκωσες οι νοικοκυρές έφτιαχναν συχνά πουρέκια. Τηγανιτά της αναρής, του κεϊμά, του χαλλουμιού και της σάτζιης, δηλαδή πουρέκια με χαλλούμι, δυόσμο και ελαιόλαδο ψημένα στο σάτζι, χωρίς λάδι. Απαραίτητο ήταν και το γάλαν το όξυνον, δηλαδή το γιαουρτι το παραδοσιακό με την πέτσα που συνόδευε τα πουρέκια του σατζιού. Αθθυμούμαι την Ανάστα, γειτόνισσα της γιαγιάς μου, που είχε κουπάδιν με κουέλλες και της έδινε φίζες με γάλαν όξυνον. Ετσι γάλαν δεν έχω ξαναφάει από τότε.

Η τσικνοπέμπτη, ήταν μια συνηθισμένη μέρα, χωρίς τις σημερινές υπερβολές. Συνήθως οι νοικοτζυρές έφτιαχναν πουρέκια και τηγάνιζαν αυγά και λουκάνικα να τσικνίσει, έλεγαν, το σπίτι.
Την Σήκωση ( Κυριακή της Τυρινής), μικρά παιδιά ντυμένα μάσκες, γύριζαν το χωριό και κτυπούσαν τις πόρτες των συγγενικών κυρίως σπιτιών. Οι νοικοκυρές τους άνοιγαν και προσπαθούσαν να καταλάβουν ποιοί ήταν κάτω από τις μάσκες. Συνήθως φορούσαν φουστάνια των μανάδων ή των γιαγιάδων τους, τσεμπέρια, ή παντελόνια και βράκες των παππούδων και στο πρόσωπο είχαν μάσκα. Δεν είχαν όλοι τα χρήματα για εκείνη την ταπεινή μάσκα και κάποιοι έβαζαν κάλτσα στο πρόσωπο. Οταν τα παιδιά αποκάλυπταν τα πρόσωπά τους, τους κερνούσαν πουρέκια.
Την νύκτα της σήκωσης, συνήθιζαν να μαζεύονται συγγενείς και φίλοι σε ένα σπίτι για να φάνε όλοι μαζί. Η κάθε νοικοκυρά μαγείρευε στο σπίτι της, έφτιαχνε και τα πουρέκια της και το βράδυ έπαιρναν τις κατσαρόλες με τα φαγητά στο σπίτι που θα τους φιλοξενούσε. Κοτόπουλα βραστά και μακαρόνια, ή σούπα ρύζι, ραβκιόλες, κολοκάσι με τον σιοίρο, ψητό, γάλαν όξυνο και πουρέκια. Εστρωναν τα τραπέζια στο δίχωρο, έτρωγαν,έπιναν και διασκέδαζαν με τσιαττιστά, τραγούδια, αστείες ιστορίες και παραμύθια.
Από τις πιο διασκεδαστικές στιγμές της βραδυάς, ήταν όταν έφταναν στο σπίτι οι μάσκες. Ντυμένοι με φουστάνια και τσεμπέρια, με βράκες, ή τυλιγμενοι με σεντόνια, στο πρόσωπο είχαν μάσκα και κρατούσαν όλοι βέρκαν. . Προσπαθούσαν να τους καταλάβουν από το ανάστημα. ΄Ελεγαν ένα όνομα και οι μάσκες κουνούσαν αρνητικά το κεφάλι. Κάποιοι άντρες σηκώνονταν από τη θέση τους στο τραπέζι, πήγαιναν κοντά τους και προσπαθούσαν να τους βγάλουν την μάσκα, να τους αποκαλύψουν. Οι μάσκες σήκωναν απειλητικά την μαγκούρα τους και γινόταν ένα παιγνίδι μεταξύ τους. ΄Οταν στο τέλος αποκάλυπταν τα πρόσωπά τους, ακολουθούσαν γέλια και πειράγματα. Τους κερνούσαν κρασί ή άλλο ποτό, πουρέκια και συνεχιζαν για άλλο σπίτι.
Την επόμενη μέρα, Καθαρά Δευτέρα, οι νοικοτζυρές έβραζαν πατάτες και παντζάρια. Το τραπέζι είχε χόρτα, αγκινάρες, ξυδάτα, κραμπί, πορτοκάλια, μανταρίνια και κούμουλλα, δηλαδή ψωμί με σισάμι. Ούτε λαγάνες, μόνο λαψάνες. Μήτε χταποδάκια στα κάρβουνα, μήτε γαρίδες και σουπιές. Απλό φαγητό και λιτό. Η πολυτέλεια της ημέρας ήταν καμιά οντζιά χαλουβάς, όσο για να πάρουν όλοι από ένα κομματάκι.
΄Ωσπου περνούν τα χρόνια καινούρια πράματα μπαίνουν στη ζωή μας και γίνονται παράδοση και πατροπαράδοτα έθιμα. ΄Οπως οι λαγάνες.
ΥΓ. Πάντως εγώ δεν τρώω τις λαγάνες. Προτιμώ την καθαρά Δευτέρα να "καθαρίζω" τα πουρέκια. ΄Αλλωστε για μένα είναι παράδοση πεντηκονταετίας και βάλε.


Γράφει η Αργυρή Τσίγκη









Άγιος Σωζόμενος, Το... στοιχειωμένο χωριό

Λίγα χιλιόμετρα από την Λευκωσία , βόρεια από το Δάλι μεταξύ του Γερίου και της Ποταμιάς βρίσκεται το χωριό Άγιος Σωζόμενος. Χ...