Radio NisosKypros

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα tradition. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα tradition. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2019

Αθθυμούμαι 2/3...



Αθθυμούμαι.

Τα Γέννα, όπως ελάλεν η γιαγιά μου τα Χριστούγεννα, έπρεπεν να ζυμώσουμεν τα κούμουλλα.
Μερικές μέρες πριν, ο παπάς μου εφρόντιζεν να κουβαλήσει στην αυλήν της γιαγιάς ξύλα για το άψιμον του φούρνου. Η γιαγιά επλύννισκεν το σιτάριν , το έβαζεν σε έναν καλάθιν να φύει το νερόν του τζιαι άπλωνε το στον ήλιο να στεγνώσει πάνω σε καθαρες σακκούλλες και σεντόνια που είχε για τούτον τον σκοπόν.
Το σιτάριν αλέθετουν στον μύλον τζιαι μόλις το έφερναν στο σπίτι, το άπλωναν πάνω σε σεντόνια να κρυάνει τζιαι μετά εφυλάαν το μέσα σε έναν μεγάλον κουμνίν.
Μια μέρα πριν το ζύμωμα, η γιαγιά ανατζίναν το προζύμιν. Εβαλλεν την μεγάλη την ξύλινη την βούρναν μέσα στο σώσπιτο τζιαι με την τατσιά εκοσκίνιζεν το αλεύρι να ξεχωρίσει το πίτερον. Εβαλλεν το προζύμι στην μιαν άκρια της βούρνας, λλίον άλας, χλιαρό νερό και το ζύμωνε καλά. Το σκέπαζε με καθαρό ρούχο και το άφηνε όλη τη νυκτα να "μπεί ", δηλαδή να φουσκώσει.
Την επομένη μέρα , πρωί πρωί ζύμωνε το ζυμάρι για τα κούμουλλα. Η δική μου η δουλειά ήταν να κουπανίσω μεσα σε ένα μεγάλο ξύλινο γδι (γουδί) την μαστίχα, το μέχλεπι και την κανέλλα για να αρωματίσουν το ζυμάρι μας. Βλέπετε το ζυμάρι για τα γιορτινά κούμουλλα ήταν διαφορετικό από το καθημερινό ψωμι. Αφού το ζύμωνε η γιαγιά πολλά καλά να γινεί μαρουλλάτο, το σκέπαζε με καθαρά ρούχα και κουβέρτες για να μπεί. Στο μεταξύ άσπριζε το σισάμι και το έβαζε μέσα στο πατούρι ή σισαμικό όπως αλλιώς έλεγαν το ειδικό κόσσιηνον, να στεγνώσει. Μέσα στο σισάμι έβαζε και λίγο μαυρόκοκκο.
΄Οταν ήταν έτοιμο το ζυμάρι, η γιαγιά καθόταν σε μια καρέκλα και έβαζε πάνω στα πόδια της το σανίν, δηλαδή το σανίδι ζυμώματος. Τα πόδια της ακουμπούσαν σε άλλη καρέκλα για να στηρίζεται. Κόβαμε με το μαχαίρι ένα κομμάτι ζυμάρι, το πλάθαμε λίγο στο πλευρό της βούρνας και της το δίναμε να το τελειώσει. . Συνήθως έκαμνε ένα μακρύ ρολό , το τύλιγε στο σισάμι , το ξανάβαζε πάνω στο σανίν, το έκοβε σε κομμάτια και τα ένωνε σε διαφορα σχήματα. Εκαμνεν επίσης ένα κουλούρι και ένα ψωμί στρογγυλό. ΄Οπως έφτιαχνε η γιαγιά τα κούμουλλα και τα έκοβε, περίσσευαν κάποια κομματάκια στις άκριες. Περιμέναμε πώς και πώς να τα πιάσουμε να τα ξαναπλάσουμε για να κάμουμε το κουλούρι μας. Πολλές φορές μαλλώναμε ποιού ήταν η σειρά να πιάσει κομματούιν.
Επειδή δεν θα ξαναζυμώναμεν μέχρι την Πρωτοχρονιά, έκαμνεν τζιαι τον Βασίλη. . Ο Βασίλης ήταν ένα μεγάλο ψωμί, στρογγυλό και αυτό με σισάμι, Κόβαμε ένα κομματάκι ασπρόκολλα και τυλίγαμε ένα διπλοσέλινο και το βάζαμε .μέσα στο ζυμάρι. Από εκεινη τη στιγμή σκεφτόμασταν ποιός θα ήταν ό τυχερός όταν θα τον κόβαμε την Πρωτοχρονιά . Μετά με μια λουρίδα ζυμάρι εφτιαχνε ένα σταυρό από πάνω. Τις άκριες των λωρίδων τις έκοβε και τις γύριζε προς τα πίσω και γινόταν σχέδιο. Επαιρνε ένα μαχαίρι και αφού πατούσε την στρογγυλή μύτη του πάνω στο ζυμάρι, έκαμνε σχήματα. Τον Βασίλη τον βάζαμε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στο τραπέζι με κόλλυβα και κρασί, να περάσει ο Αη Βασίλης, να φάει, να πιεί και να ευλογήσει το πουντζί του νοικοτζύρη.
΄Οταν πια κόντευε το ζυμάρι μέσα στην βούρνα να τελειώσει, ήταν ή ώρα που μας άφηναν να κάμουμε τα δικά μας κουλούρια, να τα τυλίξουμε στο σισάμι. Η γιαγιά μας έφτιαχνε κούκλες , βατραχάκια και τσάντες ζυμαρένιες. Τα βάζαμε όλα πάνω σε ένα κρεβάτι και τα σκέπαζε με καθαρό σεντόνι να ξαναμπούν, δηλαδή να ξαναφουσκώσουν. Με τον ξύστρο ξύναμε την βούρνα να καθαρίσει τέλεια από το ζυμάριν, να πλυθεί τζιαι να μπει στη θέση της.
Στο μεταξύ ο παππούς άναβε τον φούρνο. ΄Εβαζε πρώτα κάτσαρα, μετά ξύλα και κάθε λίγο με το κοντάρι τα ανακάτευε και πρόσθετε και άλλα. ΄Αμα ήταν έτοιμος, πυρωμένος, έβγαζε τα πολλά κάρβουνα και η γιαγιά με τον σύρτη, έσυρνε τον φούρνο, δηλαδή καθάριζε τις πλάκες από τις στάκτες. Ο σύρτης ήταν ένα μακρύ ξύλινο κοντάρι και στην άκριά του έδεναν ένα κομμάτι ρούχο. Αθθυμούμαι που έβαζε το χέρι της στο στόμα του φούρνου και καταλαβαινε αν ήταν πολλά πυρωμένος να του δώκει ακόμα έναν γυρόν, δηλαδή να τον ξανασκουπίσει με τον βρεμένο σύρτην να ππέσει η .πυρά του. ΄Αμα ελάλεν η γιαγιά ότι ο φούρνος ήταν έτοιμος, βάζαμε προσεκτικά τα κούμουλλα πάνω σε σανίθκια και τα κουβαλούσαμε στον φούρνο. Με πολλήν δεξιοτεχνίαν τζιαι μαστορκάν εφούρνιζεν με το φουρνέθκιον, για να τα χωρέσει όλα να μην μείνει τίποτε έξω. Στο τέλος τέλος, στην άκρια του φούρνου μας έβαζε τα κουλουράκια μας και τις κουκλούες μας. Ψήνοντα πιο γρήγορα από τα κούμουλλα, αφού ήταν μικρά και περιμέναμε με αγωνία να τα φάμε ζεστά ζεστά.


Αμα ετέλειωνεν το φούρνισμαν η γιαγιά έλάλεν πιάστε ώραν τζια μεις εβουρούσαμεν μεσ΄ στο δίχωρο να δουμεν τι ώραν έδειχνε το ρολόϊ. Στην ώρα εξιφούρνιζε τζιαι εμουσκομύριζεν η γειτονιά.
Με τα κούμουλλα τούτα θα περνούσαμε για δεκαπέντε μέρες, να περάσουν οι γιορτές. Κάποια έπεμπεν τα κανίσσιη σε συγγενείς στην Χώρα.
Την παραμονή των Χριστουγέννων ........
συνεχίζεται.

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

Αθθυμουμαι 1/3...



Για τα μελομακάρουνα και άλλα χριστουγεννιάτικα.
Σε έναν που τα αναγνωστικά του δημοτικού είχεν έναν κείμενον χριστουγεννιάτικο. ΄Οπως ξέρετε, τα αναγνωστικά όπως και όλα τα βιβλία τα φέρνανε τότε από την Ελλάδα. Εγραφεν λοιπόν σε τζείνον το κείμενον για πιατέλες γεμάτες μελομακάρουνα τζιαι κουραπιέδες. Οι κουραπιέδες ήξερα τι ήταν, γιατί εκείνην την εποχή, την δεκαετία του 60, τους κερνούσαν στους γάμους. Τα μελομακάρουνα όμως δεν ήξερα. Ούτε είδα ποτέ, ούτε έφαγα. Εδιερωτούμουν αν ήταν μακαρόνια βραστά που τα ανακάτευαν με μέλι, εξ ού και το μελομακάρουνα. Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε μπήκαν τα μελομακάρουνα στη ζωή μας. Σήμερα 45- 50 χρόνια μετά, είναι "πατροπαράδοτα".

Τα δικά μας τα Χριστούγεννα ήταν πάρα πολλά διαφορετικά που σήμερα. Του Αγίου Σπυρίδωνα 12 του Δεκέβρη, αν θυμάμαι καλά, ήταν σχολική αργία. Πηγαίναμε με το λεωφορείο του Θρασυβούλου ( Γραμμή Μόρφου - Λευκωσία ) στην Χώρα, με την μάμα μας, να μας αγοράσει τα απαραίτητα. Παπούτσια, κάλτσες, κανένα φορεματάκι, κανένα τρικό. Εσώρουχα μας έραβε στην ραπτομηχανή, με ποπλίνα και έβαζε και πιπίλλα.
Η χαρά μας ήταν πολλά μεγάλη, διότι 2 -3 φορές τον χρόνο που μας έπαρνε στο παζάρι, περνούσαμε από το ζαχαροπλαστείο "Λέανδρος" στην αρχή της Ρηγαίνης, καθόμαστε εκεί και τρώγαμε από ένα γλύκισμα. Στεκόμασταν μπροστά από την βιτρίνα και κοιτάζαμε με λιγούρα όλα εκείνα τα γλυκά και δείχναμε με το δάκτυλο ποιό θέλαμε να μας βάλουν στο πιατάκι, αφού δεν ξέραμε τα ονόματά τους. Το γλύκισμα ήταν η μικρή - μεγάλη μας πολυτέλεια. Κάποτε , αν περίσσευαν χρήματα, μας αγόραζε και λίγες παστούδες για το σπίτι.
Το παζάρι της Χώρας ήταν η Λήδρας, η Ονασαγόρου, η Λεύκωνος με τα πολλά καταστήματα παπουτσιών και οι γύρω δρόμοι. Εκεί στη βόρεια πλευρά του σχολείου της Φανερωμενης, ήταν ένας κύριος με ένα αμαξάκι που πουλούσε ψιλικά. Πάντα περνούσαμε και μας αγόραζε η μάμα μας, μαντηλάκια. Με πόση χαρά διαλέγαμε εκείνα που μας άρεσαν. Τότε δεν υπήρχαν χαρτομαντηλα και τα μαντηλάκια ηταν απαραίτητα στην τζέπη μας κάθε μέρα . Αγόραζε και μεγάλα άσπρα μαντήλια για τον παπά μου, κτενιές και μασιούδες και ότι άλλο ψιλικό χρειαζόταν.

Περνούσαμε και από τον Τσαούση 1.000.000 είδη, που ήταν στην Φανερωμένη. Το κατάστημα ηταν στολισμένο και δεν χορτάναμε να βλέπουμε στολίδια, πιατικά, γυαλλικά, κατσαρολικά, ότι φανταστείς είχε εκεί. Για παιχνίδια ούτε λόγος, τα λεφτά ήταν μετρημένα, να φτάσουν να αγοραστούν για τα παιδιά τα απαραίτητα και αν περίσσευαν και κάτι για τους γονείς.

Συνεχίζεται........


Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΘΘΥΜΟΥΜΑΙ


ΑΘΘΥΜΟΥΜΑΙ...
Όταν οι γειτονιές μύριζαν γιασεμί και είχαν ζωή.
Το δείλις, άμα οι ίσκιοι μάκραιναν, οι κοπελιές με τις κούζες και τις κορύπες στο χέρι, ανηφόριζαν στο καλοτζιαρινό να τις γεμίσουν με φρέσκο, κρύο νερό.
Στο χωριό μου είχαμε δύο καλοτζαιρινά, το πάνω και το κάτω. Το πάνω καλοτζιαιρινό έτρεχε μέσα από κτιστό και σκεπαστό αυλάκι, δίπλα από το Οκτατάξιο σχολείο. Είχε 3 σκαλιά, τα κατέβαινες, έβαζες την κούζα σου στο στόμιο του αυλακιού και γέμιζε με καθαρό, δροσερό νερό. Παιδιά εμείς, σκύβαμε, γεμίζαμε τις χούφτες, πίναμε και ήταν σαν να μας χάριζαν τον ουρανό με τ΄άστρα. Αμα ήταν καλοκαίρι, βγάζαμε τα παπούτσια , σκύβαμε λίγο και μπαίναμε μέσα στο κτιστό αυλάκι. Περπατούσαμε όσο μας επέτρεπε το φώς που έμπαινε από το στόμιο του πετραύλακου. Κάποια αγόρια μάζευαν καττούες ή αν ήταν τυχερά έβρισκαν κανένα κάβουρα.
Το νερό του καλοτζαιρινού έτρεχε ολόχρονα και κατέληγε σε μια μεγάλη δεξαμενή. Από εκεί οι δικαιούχοι που είχαν και κοτσάνι του νερού, πότιζαν τα περιβόλια και τις φυτείες τους.
Το κάτω καλοτζαιρινό ήταν στην βόρεια πλευρά του χωριού .
Αν θυμάμαι καλά, ήταν ένα τετράγωνο λαγούμι στο οποίο ανάβλυζε το νερό και συνέχιζε την πορεία του. Έσκυβες, τέντωνες τα χέρια και γέμιζες την κορύπα σου .
Ας πάμε πίσω στις κοπελιές με τις κούζες. Συνήθως πήγαιναν να γεμίσουν δυο – τρείς παρέα, κουβέντιαζαν κιόλας. Η κούζα έπαιρνε τη θέση της πάνω στο τραπέζι, με κεντητό πετσετάκι στο στόμιο ξεδιψούσε τους νοικοκύρηδες όταν επέστρεφαν αργά το απόγευμα, από τον μόχθο των χωραφιών. Πρώτα τάιζαν τα ζώα που τους βοηθούσαν στις γεωργικές εργασίες όλη μέρα, τους έβαζαν καθαρό νερό και μετά έστρωναν τραπέζι για την οικογένεια. Τα καλοκαιρινά βράδυα πολλοί έτρωγαν έξω στην αυλή που ήταν πιο δροσερά. Τότες τα σπίτια όλα είχαν εσωτερική αυλή με ψηλούς μαντρότοιχους που τους προστάτευαν από τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών.
Μετά το δείπνο, οι άντρες πήγαιναν στο καφενείο και οι γυναίκες και τα παιδιά, έπαιρναν τις καρεκλίτσες τους και καθόντουσαν έξω στο δρόμο με τις γειτόνισσες. Παρέες παρέες, κουβέντιαζαν, έλεγαν για τις δουλιές τους, τα δικά τους, τα βάσανά και τις χαρές τους. Τα παιδιά έπαιζαν συνήθως χωστό, βοηθούσε και το σκοτάδι να κρυφτούν καλύτερα. Ακουγες το παιδί που «καμμούσε» να φωνάζει δυνατά: - Πέντε, δέκα , δεκαπέντε ως το εκατό και μετά πτού, κανέναν εν έσιει. Ησυχία για λίγο και μετά τα παδιά ξεφώνιζαν χαρούμενα.
Οι άντρες πήγαιναν στο καφενείο όχι μόνο για να ακούσουν τα νέα, άλλά και για να διευθετήσουν τις εργασίες της επόμενης μέρας, αφού δεν υπήρχαν τηλέφωνα . Η επιστροφή τους στο σπίτι σήμαινε το τέλος της βραδυάς. Μαζευόντουσαν τα παιδιά, οι καρεκλίτσες και πήγαιναν όλοι για ύπνο.
΄Υστερα με τα χρόνια μπήκαν οι τηλεοράσεις σιγά σιγά σε όλα τα σπίτια. ΄Εκλεισαν οι άνθρωποι τις πόρτες τους, έκλεισαν και τις καρδιές τους, άδειασαν οι γειτονιές.
Να σας πω την αλήθεια; Νομίζω πως και τα γιασεμιά δεν μυρίζουν πια το ίδιο.


ΥΓ. Ο Γάλλος αρχιτέκτονας και σχεδιαστής Edmond Duthoit στα μέσα του 19ου αιώνα (1862 - 1865) επισκέπτεται την Κύπρο και μελετά τα ήθη, τα έθιμα, την καθημερινή ζωή και τους ανθρώπους. Πέρασε και από το Ακάκι. Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο "Στο ωραιότερο μονοπάτι του κόσμου" ο Edmond Duthoit και η Κύπρος" . Εκδοτική επιμέλεια Ρίτα Κ. Σεβέρη, Lucie Bonato, Εκδοση απο το Συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου.








Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018

Από τες λαψάνες στες ..... λαγάνες.

Γράφει η Αργυρή Τσίγκη 
Οι σήκωσες (αποκριές) και η καθαρά Δευτέρα των παιδικών και νεανικών μου χρόνων ήταν πολλά διαφορετικές από τις σημερινές.
Τις μέρες πριν τις σήκωσες οι νοικοκυρές έφτιαχναν συχνά πουρέκια. Τηγανιτά της αναρής, του κεϊμά, του χαλλουμιού και της σάτζιης, δηλαδή πουρέκια με χαλλούμι, δυόσμο και ελαιόλαδο ψημένα στο σάτζι, χωρίς λάδι. Απαραίτητο ήταν και το γάλαν το όξυνον, δηλαδή το γιαουρτι το παραδοσιακό με την πέτσα που συνόδευε τα πουρέκια του σατζιού. Αθθυμούμαι την Ανάστα, γειτόνισσα της γιαγιάς μου, που είχε κουπάδιν με κουέλλες και της έδινε φίζες με γάλαν όξυνον. Ετσι γάλαν δεν έχω ξαναφάει από τότε.

Η τσικνοπέμπτη, ήταν μια συνηθισμένη μέρα, χωρίς τις σημερινές υπερβολές. Συνήθως οι νοικοτζυρές έφτιαχναν πουρέκια και τηγάνιζαν αυγά και λουκάνικα να τσικνίσει, έλεγαν, το σπίτι.
Την Σήκωση ( Κυριακή της Τυρινής), μικρά παιδιά ντυμένα μάσκες, γύριζαν το χωριό και κτυπούσαν τις πόρτες των συγγενικών κυρίως σπιτιών. Οι νοικοκυρές τους άνοιγαν και προσπαθούσαν να καταλάβουν ποιοί ήταν κάτω από τις μάσκες. Συνήθως φορούσαν φουστάνια των μανάδων ή των γιαγιάδων τους, τσεμπέρια, ή παντελόνια και βράκες των παππούδων και στο πρόσωπο είχαν μάσκα. Δεν είχαν όλοι τα χρήματα για εκείνη την ταπεινή μάσκα και κάποιοι έβαζαν κάλτσα στο πρόσωπο. Οταν τα παιδιά αποκάλυπταν τα πρόσωπά τους, τους κερνούσαν πουρέκια.
Την νύκτα της σήκωσης, συνήθιζαν να μαζεύονται συγγενείς και φίλοι σε ένα σπίτι για να φάνε όλοι μαζί. Η κάθε νοικοκυρά μαγείρευε στο σπίτι της, έφτιαχνε και τα πουρέκια της και το βράδυ έπαιρναν τις κατσαρόλες με τα φαγητά στο σπίτι που θα τους φιλοξενούσε. Κοτόπουλα βραστά και μακαρόνια, ή σούπα ρύζι, ραβκιόλες, κολοκάσι με τον σιοίρο, ψητό, γάλαν όξυνο και πουρέκια. Εστρωναν τα τραπέζια στο δίχωρο, έτρωγαν,έπιναν και διασκέδαζαν με τσιαττιστά, τραγούδια, αστείες ιστορίες και παραμύθια.
Από τις πιο διασκεδαστικές στιγμές της βραδυάς, ήταν όταν έφταναν στο σπίτι οι μάσκες. Ντυμένοι με φουστάνια και τσεμπέρια, με βράκες, ή τυλιγμενοι με σεντόνια, στο πρόσωπο είχαν μάσκα και κρατούσαν όλοι βέρκαν. . Προσπαθούσαν να τους καταλάβουν από το ανάστημα. ΄Ελεγαν ένα όνομα και οι μάσκες κουνούσαν αρνητικά το κεφάλι. Κάποιοι άντρες σηκώνονταν από τη θέση τους στο τραπέζι, πήγαιναν κοντά τους και προσπαθούσαν να τους βγάλουν την μάσκα, να τους αποκαλύψουν. Οι μάσκες σήκωναν απειλητικά την μαγκούρα τους και γινόταν ένα παιγνίδι μεταξύ τους. ΄Οταν στο τέλος αποκάλυπταν τα πρόσωπά τους, ακολουθούσαν γέλια και πειράγματα. Τους κερνούσαν κρασί ή άλλο ποτό, πουρέκια και συνεχιζαν για άλλο σπίτι.
Την επόμενη μέρα, Καθαρά Δευτέρα, οι νοικοτζυρές έβραζαν πατάτες και παντζάρια. Το τραπέζι είχε χόρτα, αγκινάρες, ξυδάτα, κραμπί, πορτοκάλια, μανταρίνια και κούμουλλα, δηλαδή ψωμί με σισάμι. Ούτε λαγάνες, μόνο λαψάνες. Μήτε χταποδάκια στα κάρβουνα, μήτε γαρίδες και σουπιές. Απλό φαγητό και λιτό. Η πολυτέλεια της ημέρας ήταν καμιά οντζιά χαλουβάς, όσο για να πάρουν όλοι από ένα κομματάκι.
΄Ωσπου περνούν τα χρόνια καινούρια πράματα μπαίνουν στη ζωή μας και γίνονται παράδοση και πατροπαράδοτα έθιμα. ΄Οπως οι λαγάνες.
ΥΓ. Πάντως εγώ δεν τρώω τις λαγάνες. Προτιμώ την καθαρά Δευτέρα να "καθαρίζω" τα πουρέκια. ΄Αλλωστε για μένα είναι παράδοση πεντηκονταετίας και βάλε.


Γράφει η Αργυρή Τσίγκη









Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Να φάσιν και να φύουσιν ...ΟΥΛΛΟΙ οι σκαλαπούνταροι


Να φάσιν και να φύουσιν ... ΟΥΛΛΟΙ... οι σκαλαπούνταροι που τούτον τον τόπο





Αν θέλετε και εσείς να φάτε λουκουμάδες παραδοσιακή συνταγή και διαδικασία στο βίντεο






Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Ο Μαυρόσαββας, Ο Σιέρετε, Η Πουτού τζι' ο Μάου Μάου...


Γειά σας χωρκανοί...


Σήμερα θα μιλήσουμε για ονόματα της Κύπρου , για την ακρίβεια επίθετα.

Στην Κύπρο λέγεται ότι δεν είχαμε επίθετα, όπως τα ξέρουμε σήμερα, τα παλιά τα χρόνια. Με εξαίρεση της μεγάλες φαμίλιες δηλαδή τους "ευγενείς" της κάθε εποχής που κρατούσαν το επώνυμο τους σαν λάβαρο για τις επόμενες γενιές οι υπόλοιποι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν μόνο τα μικρά τους ονόματα. Ο Γιαννής , Ο Κωστής ο Μιχάλης κ.ο.κ . Για να ξεχωρίζουν βέβαια αναφέρονταν πάντα και στον γονέα τους (συνήθως τον πατέρα) π.χ Ο Κωστής του Γιαννή , Η Μαρικκού του Κώτσιου , Ο Γιώρκος του Γαβρίλη ο Σαββής της Γιώρκενας και πάει λέγοντας.


Κατά την αγγλοκρατία ιδρύθηκαν οι περισσότερες κρατικές υπηρεσίες και μεταξύ αυτών και το Ληξιαρχείο. Το κράτος ήθελε να καταγράψει όλους τους πολίτες και να εκδώσει ταυτότητες με όνομα και επίθετο και κάπως έτσι άρχισαν να καταγράφονται τα επίθετα όπως τα γνωρίζουμε σήμερα.


Εκτός απο τις γνωστές οικογένειες που είπα πιο πριν που είχαν οικογενειακά επίθετα, οι υπόλοιποι χρησιμοποιούσαν το όνομα του πατέρα τους σαν επώνυμο και το όνομα του παππού σαν όνομα. Δηλαδή ο  Ανδρέας Λουκά  είχε γιό με το όνομα Λουκάς Ανδρέου και πατέρα τον Λουκά Ιωάννου που και ο πατέρας του μάλλον λεγόταν Ανδρέας! Από την άλλη κάποια αδέλφια έπερναν διαφορετικό επίθετο μέσα στην οικογένεια εφόσον δεν μπορούσαν όλοι να παρουν το επίθετο του παππου για όνομα και του πατέρα για επίθετο με αποτέλεσμα αδέλφια στην ίδια οικογένεια να λέγονται πχ ο ένας Γιώργος Ανδρέου και ο άλλος Νίκος Λουκά.




Πέρα όμως από τα "ονοματεπώνυμα" πολλοί άνθρωποι έπαιρναν το επίθετο τους από τον τόπο καταγωγής τους ή από την ιδιότητα τους ή ακόμα και από κάποιο έντονο χαρακτηριστικό που είχαν.

Έτσι είχαμε τον Παφίτη από την Πάφο , τον Πίτσιλλο από την Πιτσιλλιά τον Δαλίτη από το Δάλι κοκ.

η από το επάγγελμα τους πχ  Γιαννής Τσαγκαρίδης, Νίκος Μυλωνάς , Μαρία Πενταγιώτισσα ,
ή από κάποιο χαρακτηριστικό ή συνήθεια (χούι) όπως Δεσποινα Σγουρομάλλη, Αντρέα Σιηλάς , Γιώρκος Γέριμος κοκ


Το χωριό της μάνας μου τα Λύμπια είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα χωριού με πληθώρα επιθέτων τα οποία προἐκυψαν με το τρόπο που περιγράψαμε πριν.

Απολαύστε τα , σχολιάστε τα και στείλτε μου και τα δικά σας "παράξενα" επίθετα να εμπλουτίσουμε την συλλογή μας.

ο Αθηενίτης  που καταγόταν από την Αθηένου 
ο Ακούεισμου από την φράση "ακουεις μου;"
ο Ίσιαλλας από την φράση "Ίσιαλλαχ" (μα τον Αλλάχ)
ο Σιαίρετες από την φράση "χαίρετε"
η Καραεπέ από το τούρκικο καρά = μαύρο
ο Γιάλλουρος για τα μάτια του μάλλον

 Πατήστε για το υπόλοιπο άρθρο...

Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Το παναήριν της Παναγίας της Χρυσοσπηλιώτισσας


Το σπήλαιο της Παναγίας της χρυσοσπηλιώτισσα βρίσκεται στα περίχωρα της Λευκωσία στο χωριό Δευτερά. 

Είναι μια σπηλιά λαξεμένη πάνω σε έναν βράχο ψαμμίτη τζιαί χρονολογείται γύρω στο 1200 - 1300 μ.Χ βάση της ανάλυσης που έγινε στις τοιχογραφίες της που είναι τζίνης της περιόδου.


Επειδή είμαι που την γύρω περιοχή θυμούμαι όταν είμασταν μιτσιοί οι παλιόι μας ελαλούσαν ότι την σπηλιά την έκαμεν ενας καβαλλάρης που ίσιεν πέσει που το βουνόν με το άλογον του τζιαι επροφτασεν πριν φτάσει στην γή να κάμει τάμα στην παναγία να σωθεί και να της κάμει μιαν εκκλησιάν στην μνήμην της. Οι ειδικοί πάλε λεν ότι πρόκειται για Λεβαντίνικο ερημητήριο το οποίο είναι μεν σπάνιο για την Κύπρο αλλά συνηθισμένο στην Λεβαντίνικη Χριστιανοσύνη στην περιοχή της Μέση Ανατολής

Οπως και να έσιει το πράμαν όμως εν έχει και πολλήν σημασία, Σημασία έχει ότι 
Η Παναγία η Χρυσοσπηλιώτισσα γιορτάζει στην 15 Αυγουστου στην Κοιμηση της Θεοτόκου . Από πολλά παλιά αλλά και σήμερα μπροστά από το σπήλαιο γίνεται  μεγάλο παναήρι το οποίο κρατά 10 μέρες ( απο τις 7 μέχρι και τις 16 Αυγουστου)
Στις 10 Αυγούστου η εικόνα της Παναγίας ( η οποία φυλάγεται στην παρακείμενη εκκλησία του Αγ. Νικολάου για ασφάλεια) λιτανεύκεται μέσα στο χωρκό και ύστερα μεταφέρεται στο σπήλαιο.




Κοσμοσυρροή όλες τις 10 μέρες που κρατά η πανήγυρις





παναηρκώτες τζιε προσκυνητές

η συνέχεια εδώ..

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Παροιμίες που τον τόπον μας


Παροιμίες που τον τόπον μας έχουμεν πολλές

Δαμέ εννα γράψω κάποιες που ξέρω ή που ήβρα ποτζιή ποδά. Αν θέλετε βαρτε τζιε εσείς τες δικές σας πουκάτω να τις πολλύνουμεν

εννα προσπαθήσω να γράφω τζιε τι σημαίνει η καθεμιά τους. Αν έσιετε αντίρρηση μεν σαλαβατάτε πέτε μας την δική σας την ερμηνέιαν τζιε αν εσιετε δίτζιον να την σάσουμεν.

Ατε τζιε επειδή "τα πολλά λόγια εν φτώσια" τζιε "το γοργον τζιε χάριν έσηι" αντακώννω να τις γραφω...





απου πονέι πάει στον γιατρόν τζιαι απού διψά πάει στην βρύσιν
αυτός που έχει το πρόβλημα πρέπει να ψάξει για την λύση


απ' όσιη γέιτον έσηι σσιον τζι' απ' όσιη σσιόν τζιμάτε
η αξία του να έχει κάποιος καλούς γέιτονες

αθκιασερός παπάς θάφκει τζιαι τους ζωντανούς
"αργία μήτηρ , πάσις κακίας" δλδ αυτός που δεν έχει κάτι να ασχολήθεί κάνει πράγματα ζημιογόνα η ανώφελα.

άκουε πολλά τζιε πίστεφκε λλία
μας καλεί να ακούμε αλλά να μην είμαστε ευκολόπιστοι

Τζιαμέ που ακούεις πολλά σταφύλια πέρνε μιτσίν καλάθιν
όταν ακουεις υπερβολές μην περιμένεις πολλά

απόν θέλει να πάει στον μύλον πέντε μέρες κοσσιηνίζει
όταν κάποιος δεν θελει να κάνει κάτι βρίσκει τρόπο να το καθυστερεί

απόν σε ξέρει ακρίβά σε γοράζει
όταν δεν ξέρουμε κάποιον τον θεωρούμε σπουδαίο

απόν μπορεί να δέρει τον γάρον δέρνει το σάμαν
όταν κάποιος δεν μπορεί να τα βάλει με αυτόν που του φταίει πραγματικά και ξεσπά στους άλλους

απόν έσηι νουν έσηι πόδκια
όποιος δεν ξέρει τον σωτό τρόπο για  να κάνει κάτι θα το κάνει με κόπο

απου σιη μούγιαν μουγιάζεται
αυτός που αντιδρά από μονος του γιατί ξέρει ότι είναι ο φταίχτης

απόν φορτώνει πόσσο σου , τάνα του να φορτώσει
όταν δεν επηρεάζονται τα δικά σου συμφεροντα , δεν αποτρέπεις αλλά βοήθηας τον άλλον σε αυτό που κάνει

λέιψε που το ψυσιηκον να μεν σε ευρεί το κρίμαν
κάποτε καλύτερα να μην προσπαθέις να βοηθήσεις σε μια κατάσταση για να μην βρεις τον μπελά σου

όποιος νεκατώνετε με τα πίτουρα τρών' τον οι όρνιθες
κάποιος που ανακατέυεται με επικίνδυνα πράγματα τελικά θα πάθει ζημιά

απόν ακούει του γονιού παραγονιάς τζιμάτε
αυτός που δεν ακούει τους γονιους του δεν θα πετύχει στην ζωή του

εγιώ σε εχτισα φούρνε μου εσγιώ εννα σε χαλάσω
όπως σε βοήθησα να πετύχεις τώρα μπορώ να σε καταστρέψω

απόν ακούει ταιρκάζει
αυτός που δεν ακούει καλά ακουει ότι θέλει

Δώστου πελλού αγγουρι να σου πει εν ζαόν
όταν δίνουμε σε κάποιον κάτι και αντί να το εκτιμήσει του βρίσκει λάθος

εγιω στραώννω τζιε πουλώ τζιε εσου αμπλεπε τζιε γόραζε
πρεπει να είμαστε προσεκτικοί όταν κάποιος πάει να μας ξεγελάσει

τζίνος που λειτουρκα δκυό εκκλησιές , της μιας γελά της
όταν κάποιος ασχολείται με πολλά πράγματα δεν θα τα κάνει όλα σωστά

ήβρες το σύκο σήκωστο πριν το σηκώσουν άλλοι
όταν βρεθεί μια ευκαιρία πρέπει να την αρπάξουμε

η απάντηση του πελλού εν η σιωπή
στον ανόητο δεν αξίζει να απαντάμε με λόγια αλλά να σιωπούμε

η νύφη σαν να γεννηθεί της πεθεράς ημοιάζει
τάχα ότι η νύφη συνήθως έχει παρόμοιο χαρακτήρα με την πεθερά της

με τον συγγενή σου φαε τζιε πιε τζιε αλιβαρίσιη μεν καμεις
με τους συγγενείς μας δεν πρέπει να κάνουμε συνεργασίες

του φρονίμου τα παιδκιά πριν πεινασουν μαειρέυκουν
αυτοί που  προνοουν έγκαιρα για τις ανάγκες τους

τζιαμε που εσηιει πολλους πετεινους αρκεί να ξημερώσει
όταν ασχολούνται πολλοι με κάτι δεν προχωρά ευκολα το έργο

καλομελέτα τζιε ερκεται
κάτι είναι πολύ κοντά στο να πραγματοποιηθεί και πρέπει να το περιμένουμε

ο νουρος του σιηλου εν ισιώνει
όταν κάποιος/κάτι δεν αλλάζει

που πάεις τίτσιρός μες το β***οχώριν;
όταν κάποιος πάει κάπου επικύνδυνα απροφύλακτος

έβκαλλε το σηινίν τζιε το παλλούτζιν
έχει ξεπεράσει τα όρια

επήεν για μαλλίν τζιε ήρτεν κουρεμένος
πήγε να κάνει κάτι και απέτυχε

απου έσιει , έσιει
ο χαρακτήρας δεν αλλάζει ευκολα

ότι αθυμάτε σιέρεται
όταν κάποιος σκέφτεται επιπόλαια πράγματα

όποιος θέλει τα πολλά χάνει τζιε τα λλία
ο απληστος συνήθως καταλήγει χαμένος

ούλλιν λέσειν τζιε πολέσιν τζιαι ο στραός τζι που πονεί (ή τζιαι ο φτωχός τζι που πονέι)
ο καθένας θεωρεί το πρόβλημα του το πιο σημαντικό

ανάθεμαν τον που χρωστεί τζιαι από όσιοι να πκιερώσει
αλίμονον σε αυτόν που χρωστά

πέρα βρέσιει στην Καραμανιά σιονίζει,
άλλα λόγια θκιέ παπά τζιαι η κόρη σου αγαπά με,
μαζίν μιλούμεν χώρκα καταλάβουμεν,
που σου νέφκω ; που παεις,
καμήλα κλάνει στο Πεντάκωμο,
όταν άλλα λέμε και άλλα καταλαβάινουμε

πέψε τον πελλόν τζιαι λάμνε που τάπισον του
όταν αναθέτουμε σε κάποιον να κάνει κάτι που δεν το κατέχει και αναγκαζόμαστε να το κάνουμε μόνοι μας τελικά

ρίφκεις αφκά πας τον τοίχον
όταν οι προσπαθειες σου για να πείσεις κάποιον για κάτι πάνε χαμένες

σήιλλον λούσεις, σηιλλον πλύννεις πάλε σηιλλιες μυρίζει
κάποια πράγματα που είναι έτσι από την φύση τους δεν μπορουν να αλλάξουν ότι και να κάνουμε

σηίλλον που λάσσει εν ακκάνει
όταν κάποιος φοβερίζει συνήθως δεν είναι επικύνδυνος

Το γέλλιον της Παρασιεφκής εν κλάμαν του Σαββάτου
η υπερβολική αλαζονεία μπορεί να μας προσγειώσει απότομα

Τα πολλά λόγια εν φτώσεια
η πολλή ανάλυση δεν αποφέρει τίποτα

τζίνον που ρέσσει τζιαι εν λαλει με γειά σας με καλως τον στο παναήριν επαρτον τζιαι όσα σου δώκουν δώστον
όταν κάποιος δεν έχει τρόπους δεν αξίζει όσο να τον χαρίσεις στο πανηγύρι

τζιλουν το αυκόν με την μανιβέλλα
κινουνται αργά, νωχελικά

απόν αντρέπεται ο κόσμος εν δικός του
αυτός που έχει θράσος μπορεί να κάνει και να πεί ότι θέλει

ο καθένας που το δώμαν του όπως ξέρει κατεβαίνει
ο καθένας κάνει αυτό που τον αφορουν με τον δικό του τρόπο

εμείναμεν σαν έμεινεν τζιαι ο χατζημάρκος πέρσι
όταν μένει κάτι ατέλειωτο και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε



τζιε σίουρα πολλές πολλές άλλες που εν τις ήβραμεν ακόμα αλλά θα τις συνάξω σιγά σιγά τζιε θα τις προσθέσω τζιε τζίνες...

                            χα τζιε μεν ξαρκάτε.... σιεαρ , λαικ και σαψκραιπ :)


Για ελληνικές παροιμίες πατήστε εδώ

http://istorika-gegonota.blogspot.gr/p/blog-page_16.html

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Συντυχάννουμεν Κυπριακά...

Κυπραίοι τζιε κυπραίες, και ούλλοι οι άλλοι φίλοι και φίλες που δκιανέυκεστε σε τουτον το μπλοκ,

.....που τα σήμερα θα συντυχάννουμεν κυπριακά.

έτσι για αρκήν δέτε τουτον το λεξιλόγιον αμπα τζιε έσιει καμιά λέξη που έν την ηξέρετε να την μάθετε ώς πάρατζιη

Κυπριακόν Λεξιλόγιον

ακκάννω ρ. (άκκαννα) δαγκώνω
άλλωσπως επίρρ. με άλλο τρόπο, αλλιώς
αλόπως σύνδ. μήπως, πιθανώς
αμινιάζω ρ. υπολογίζω
αμπλέπω ρ. (άμπλεψα) [< βλέπω] βλέπω
αμπούστα (η) ουσ. (πληθ. αμπούστες) κουτί
ανάνοικτος -η -ον επίθ. [< α στερητ. + ανοίγω] αυτός που δεν έχει ανοικτεί ποτέ, συνήθως για συσκευασίες
ανάρκα επίρρ. αραιά
αναρκοβυζού (η) ουσ. (πληθ. αναρκοβυζούες) [< ανάρκα (βλ.λ.) + βυζιά] αυτή που τα στήθη της έχουν μεταξύ τους μεγαλύτερη απόσταση από το συνηθισμένο
αναρκοδόντης (ο) αναρκοδοντού (η) αναρκοδόντικο (το) ουσ. (πληθ. αρσ. αναρκοδόντηες θηλ. αναρκοδόντισσες ουδ. αναρκοδόντικα) [< ανάρκα (βλ.λ.) + δόντια] αυτός που έχει αραιά δόντια
αντζελοσσιάζουμαι ρ. (αντζελόσσιασα, αντζελοσσιάστηκα) {ανdjελοshιάζουμε} [< άγγελος + σσιάζουμαι (βλ.λ.)] τρομάζω
αντζελόσσιαση (η) ουσ. {ανdjελόshαση} [< αντζιελοσσιάζουμε] η τρομάρα π.χ. "ήρθε μου αντζελόσσιαση", δηλαδή πήρα μια τρομάρα
αντινάσσω ρ. (αντίναξα, αντινάχτηκα) [< ανά + τινάσσω] τινάζω
αντιναχτές (οι) ουσ. [< αντινάσσω (βλ.λ.)] τρόπος μαγειρέματος για πατάτες, τηγανιτές σε κατσαρόλα με πολύ λάδι, που τις κουνάνε δυνατά κατά το μαγείρεμα, "τις αντινάσσουν"
αξινόστραφος, -η, -ο επίθ. ανάποδος, αντίστροφος
απόπατος (ο) ουσ. (πληθ. οι απόπατοι) αποχωρητήριο
άππαρος (ο) και αππάρα (η) ουσ. (πληθ. άππαροι, αππάρες) αρσενικό, θηλυκό άλογο
αππηθκιά (η) ουσ. (πληθ. αππηθκιές) άτυπη μονάδα μέτρησης μήκους, που αντιστοιχεί στην απόσταση την οποία μπορεί να διανύσει ένας άνθρωπος πηδώντας μπροστά, από στατική θέση | αππηθκιές, παιχνίδι που παίζεται σε γιορτές, νικητής όποιος ορίσει τη μεγαλύτερη αππηθκιά | μτφ. η μικρή απόσταση "το επόμενο χωριό είναι μια αππηθκιά απόσταση"
αππίδι (το) ουσ. (πληθ. τα αππίθκια) τα αχλάδια
αππιθκιά (η) ουσ. (πληθ. αππιθκιές) [< απίδι, απιδιά] η αχλαδιά
αρκάτζιν (το) ουσ. (πληθ. τα αρκάτζια) {αρκάdjιν} το ρυάκι
αρκημός (ο) ουσ. [< αρχίζω] η αρχή, το ξεκίνημα
άρκοψες (το) ουσ. αύριο το βράδυ
αρμαρόλα (η) ουσ. (πληθ. αρμαρόλες) ντουλάπα
αρφάλι (το) ουσ. ο αφαλός | μτφ. "έπεσε τ' αρφάλι μου" = πεινάω πάρα πολύ
αρφός (ο) και αρφή (η) ουσ. (πληθ. αρσ. αρφούες θηλ. αρφάες) αδερφός, αδερφή
ασσελιά (η) ουσ. (πληθ. ασσελιές) {αshελιά} [< σκέλος] μονάδα μέτρησης μήκους ίση με έναν διασκελισμό | μτφ. η μικρή απόσταση, όπως και αππηθκιά (βλ.λ.)
ατζία (η) ουσ. (πληθ. ατζίες) {αdjία} η άκρη του ψωμίου, η κόρα
αυλάτζιν (το) ουσ. (πληθ. τα αυλάτζια) {αυλάdjιν} το αυλάκι
αφτέννω ρ. (άψα) ανάβω
αψιουρίζουμαι ρ. (αψιουρίστηκα) {απshουρίστικα} [< ηχητικό, από τον ήχο του φταρνίσματος] φταρνίζομαι
Βάκης (ο) ανδρικό όνομα, υπάρχει ένας αρχαίος Κύπριος ποιητής με το όνομα Βάκης, αλλά πλέον χρησιμοποιείται ως χαϊδευτικό του Παρασκευάς
βάκλα (η) ουσ. (πληθ. βάκλες) η ουρά του προβάτου
βαρκούμαι ρ. (εβαρέθηκα) βαριέμαι
βαστώ ρ. κρατώ
βιλλομούτσουνος (ο) ουσ. [< βίλλος (βλ.λ.) + μουτσούνα] μτφ. ο πολύ άσχημος άνθρωπος, σύνθεση κατά το αγγλικό dickhead
βίλλος (ο) και βίλλα (η) ουσ. (πληθ. αρσ. οι βίλλοι θηλ. οι βίλλες) το αρσενικό γεννητικό όργανο
βίτσα (η) ουσ. (πληθ. βίτσες) η βέργα | μτφ. ο πολύ αδύνατος άνθρωπος
βλαντζί (το) ουσ. (πληθ. βλαντζιά) {βλανdjί} το συκώτι
βολίτζι (το) ουσ. (πληθ. τα βολίτζια) {βολίdjια} το ξύλινο δοκάρι της στέγης
βολώ ρ. (εβόλησα) κόλλησα στις λάσπες
βόρτακος (ο) ουσ. (πληθ. βόρτακοι) ο βάτραχος
βόρτος (ο) ουσ. (πληθ. βόρτοι) το αρσενικό βόδι | μτφ. ο χοντρός άνθρωπος | μτφ. ο άνθρωπος που δεν έχει τρόπους
βούκκα (η) ουσ. (πληθ. βούτσες {βούchες}) μάγουλο
βουκκαλλέτικον (το) ουσ. (πληθ. βουκκαλλέτικα) [< βούκκα, (βλ.λ.)] παιδί με παχουλά μάγουλα | μτφ. ο καλομαθημένος
βούκκος (ο) ουσ. η μπουκιά
βουναλλούι (το) ουσ. (πληθ. βουναλλούθκια) [< βουνό + υποκοριστικό -ούι] το λοφάκι
βουνάρι
(το) ουσ. (πληθ. τα βουνάρκα) [< υποκοριστικό του βουνό] το λοφάκι, όπως και βουναλλούι (βλ.λ.)βουρβουλλάς (ο) ουσ. (πληθ. οι βουρβουλλάες) ο γυμνοσάλιαγκας
βούρνα (η) ουσ. (πληθ. βούρνες) ο νεροχύτης
βουρνί (το) ουσ. (πληθ. τα βουρνιά) ξύλινη ή πέτρινη ή μεταλλική κατασκευή, όπου τοποθετούνται ζωοτροφές, η ταΐστρα, από παραδοσιακό κυπριακό τραγούδι: "έππεσα ο σσυλλόστραβος μες το βουρνί του σοίρου" δηλαδή έπεσα ο θεόστραβος (βλ.λλ: στραβός, σσυλλόστραβος) μες την ταΐστρα του γουρουνιού (βλ.λ: σοίρος)
βούριστρα (τα) ουσ. [< βουρώ (βλ.λ.)] τα τρεχάματα
βούρος (το) ουσ. (πληθ. τα βούρη) [< βουρώ (βλ.λ.)] το τρέξιμο, π.χ. "έμπηξα το βούρος" ή "έμπηξα τα βούρη", δηλαδή άρχισα να τρέχω
βουρώ ρ. (εβούρησα) τρέχω
βρίξε ρ. (έβριξα) σώπα, σκάσε
βυζοκούππι (το) ουσ. (πληθ. βυζοκούπια) ο στηθόδεσμος
γαίμα (το) ουσ. (πληθ. τα γαίματα) το αίμα
γαμίστρα (η) ουσ. (πληθ. γαμίστρες) το κρεβάτι
γάρος (ο) ουσ. (πληθ. γάροι) γάιδαρος
γιανίσκω ρ. (έγιανα) [< υγιαίνω] αναρρώνω
γιουτώ ρ. (εγιούτησα) συγκατανεύω, συναινώ | ως παθητικό: με βολεύει "γιουτά μου να πάω το πρωί" = με βολεύει να πάω το πρωί
γρόσι (το) ουσ. (πληθ. τα γρόσια {γρόshα}) μικρό νόμισμα, υποδιαίρεση του σεντ (βλ.λ.) που έχει καταργηθεί λόδω της μικρής του αξίας
δισκοθήκη (η) ουσ. (πληθ. δισκοθήκες) η ντισκοτέκ
δίχα πρόθ. [< αρχαίο δίχα] δίχως, χωρίς
δόντι (το) ουσ. (πληθ. τα δόγκια) το δόντι, παρατίθεται εδώ λόγω της ιδιομορφίας στον πληθυντικό
δρώμα (το) ουσ. (πληθ. τα δρώματα) ο ιδρώτας
έρκουμαι ρ. (ήρτα) έρχομαι
έσιει ρ. (είσιεν) {έshει} έχει
εσσέξιξι! επιφώνημα εκφράζει αγανάκτηση
έσσω επίρρ. [< αρχαίο έσω] μέσα | ως ουσιαστικό "το έσσω μου" = το σπιτικό μου, δηλαδή εκεί που νιώθω οικειότητα, σε αντίθεση με "το σπίτι" που είναι απλά το κτήριο. Όμοιος διαχωρισμός με τις αγγλικές έννοιες "home" και "house"
ζάβαλλι (το) ουσ. ταλαιπωρία, δυστυχία | κυρίως χρησιμοποιείται με την έννοια του κρίματος "ζάβαλλι ο άνθρωπος" = ο καημένος, ο δυστυχισμένος, "ζάβαλλι μου" όταν αναφέρεται σ' αυτόν που το λέει
ζαβός -η, -ον επίθ. [< ζαβώνω (βλ.λ.)] στραβός
ζαβώνω ρ. (εζάβωσα) στραβώνω
ζάμπα (η) ουσ. γάμπα, μπούτι
ζίζιρος (ο) ουσ. (πληθ. οι ζίζιροι) ο τζίτζικας
ζίλικουρτι (το) ουσ. [< υπάρχει μια πιθανολογούμενη ετυμολογία, που θέλει αυτή λέξη να είναι παραφθορά της φράσης "ζάλη ιλίγγου να σου έρθει" αλλά δεν ξέρω κατά πόσο γίνεται δεκτή] σκασμός, συνηθισμένη φράση "βγάλε ζίλικουρτι" = σκάσε
ζώλος (ο) ουσ. μπόχα, άσχημη μυρωδιά
ήντα ερωτημ. αντων. τι
θαρκούμαι ρ. νομίζω, έχω την εντύπωση
θερκό (το) ουσ. (πληθ. τα θερκά) το θηρίο | είδος φιδιού πολύ διαδεδομένου στην Κυπριακή ύπαιθρο, μεγάλου σε μέγεθος, με μαύρο χρώμα, μη δηλητηριώδες
θκιάλος (ο) ουσ. (οι θκιαόλοι) ο διάβολος
θωρκά (η) ουσ. [< θωρώ (βλ.λ.)] η όψη
θωρώ ρ. (είδα) βλέπω
καϊλώ ρ. (εκαΐλησα) δέχομαι
κάκκαφα ουσ. ανώμαλα εδάφη
Κάκα (η) γυναικείο όνομα, χαϊδευτικό του Γεωργία
Κάκος (ο) ανδρικό όνομα, χαϊδευτικό του Κυριάκος
καλό επίρρ. αμέ π.χ. "-θα μου κάνεις μια χάρη; -καλό!"
καλοήρα (η) ουσ. (πληθ. καλοήρες) το πανέρι
καμμώ ρ. (εκάμμησα) κλείνω τα μάτια μου π.χ. στο παιχνίδι κρυφτό λέμε: "ποιός θα καμμήσει" δηλαδή "ποιός θα τα φυλάει" | μτφ. νυστάζω
καραόλος (ο) ουσ. (πληθ. οι καραόλοι) το σαλιγκάρι
καρκασαλλίκκι (το) ουσ. {καρκαshαλλίκκι} η φασαρία, ο σαματάς
καρκιά (η) ουσ. (πληθ. οι καρκιές) η καρδιά
καρκόλα (η) ουσ. (πληθ. καρκόλες) [< ιταλικό carriola] κρεβάτι
καρτζί επίρρ. απέναντι
κάττος (ο) και κάττα (η) ουσ. [< αγγλικό cat] ο γάτος και η γάτα
κατρατζύλι (το) ουσ. {κατραdjύλι} η τσουλήθρα
κατσιαρίζω ρ. (εκατσιάρισα) {κατchαρίζω} κάνω θόρυβο
κατσιαρισμός (ο) ουσ. {κατchαρισμός} θόρυβος
καύκω ρ. (έκαψα) καίω
κάφκα (η) ουσ. (πληθ. κάφτσες {κάφchες}) η ερωμένη ενός παντρεμένου άντρα
Κίκα (η) γυναικείο όνομα, χαϊδευτικό του Κυριακή
Κίκης (ο) ανδρικό όνομα, χαϊδευτικό του Κυριάκος
κιοφτές (ο) ουσ. (πληθ. οι κιοφτέδες) [τουρκικό kofte] ο κεφτές
κκελλέ (η) ουσ. (πληθ. κκελλάες) το κεφάλι, φράση "κκελλέ κουλούμπρα" δηλαδή αγύριστο κεφάλι
κκελλετζής (ο) ουσ. (πληθ. οι κκελλετζήες) {κκελλεdjής} αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι | μτφ. ο ξεροκέφαλος, ο ισχυρογνώμονας
κκέλης (ο) -ισσα (η) -ικον (το) επίθ. ο φαλακρός
κλάτσα (η) ουσ. (πληθ. οι κλάτσες) η κάλτσα
Κόκος (ο) ανδρικό όνομα, χαϊδευτικό του Γιώργος
κόλλα (η) ουσ. (πληθ. κόλλες) το φύλλο χαρτιού
κομμόροτσος (ο) ουσ. (πληθ. κομμόροτσοι) ακατέργαστη μεγάλη πέτρα
κόρη (η) ουσ. (πληθ. κόρες) [< αρχαίο κόρη] αναφορά προς κορίτσι
κοτζιάκαρη (η) ουσ. (πληθ. κοτζιάκαρες) {κοτdjάκαρη} γριά
κοτολέττα (η) ουσ. (πληθ. κοτολέττες) [< γαλλικό cotolette] η μπριζόλα
κότσινος (ο) -η (η) -ον (το) επίθ. {κόchινος} ο κόκκινος
κότσιρος (ο) ουσ. (πληθ. οι κότσιροι) η κουράδα
κουκκουφκιάος (ο) ουσ. η κουκουβάγια
κούλλουφος (ο) ουσ. (πληθ. κούλλουφοι) ο ατημέλητος
κουπέπι (το) ουσ. (πληθ. τα κουπέπια) ντολμάδες τυλιγμένοι με φύλλα αμπελιού και γέμιση που περιέχει κυρίως κιμά και ρύζι
κουφή (η) ουσ. (πληθ. κουφάες) το φίδι
κραμπί (το) ουσ. (πληθ. τα κραμπιά) [< αρχαίο κράμβη] το λάχανο
κρούζω ρ. (έκρουσα) καίω
κρώννουμαι ρ. [< αρχαίο ακροώμαι] ακούω | μτφ. δέχομαι μια συμβουλή π.χ. "κρώννουμαι του πατέρα μου"
κωλοσύρνω ρ. (εκωλόσυρα) τραβώ
λαλώ ρ. (είπα) λέω
λαμπρατζιά (η) ουσ. {λαμπραdjιά) μεγάλη φωτιά που ανάβεται στον περίβολο κάθε εκκλησίας, το βράδυ της Ανάστασης
λαομός (o) ουσ. [< λαόνω (βλ.λ.)] ο τρόμος, το ξάφνιασμα
λαόνουμαι παθ. ρ. τρομάζω, φοβάμαι, ξαφνιάζομαι
λαόνω ενεργ. ρ. τρομάζω φοβερίζω, ξαφνιάζω
λαός (ο) ουσ. (πληθ. οι λαοί) ο λαγός
λάου λάου επίρρ. σιγά σιγά
λάσσω ρ. (έλαξα) γαυγίζω
λαφαζάνης (ο) ουσ. (πληθ. οι λαφαζάνηες) ο φαφλατάς, που μιλάει με υπερβολές
λαφαζανιά (η) ουσ. (πληθ. οι λαφαζανιές) η υπερβολή, εξωπραγματικό γεγονός που παρουσιάζει κάποιος ως πραγματικότητα για να εντυπωσιάσει
λιγκρίν (το) ουσ. παιχνίδι όπου οι παίκτες κτυπάνε μια μικρή βέργα με μια μεγαλύτερη, με σκοπό η πρώτη να διανύσει τη μεγαλύτερη δυνατή απόσταση
λίξης (ο) ουσ. (πληθ. οι λίξηες) ο λιγούρης, συνήθως αναφέρεται σ' αυτούς που τους αρέσουν πολύ τα γλυκά
λογιάσματα (τα) ουσ. η διαδικασία λογοδοσίματος ενός ζευγαριού που πρόκειται να παντρευτεί
λογιασμένος -η -ον επίθ. ο λογοδοσμένος για γάμο
λυσσιάρης (ο) ουσ. (πληθ. οι λυσσιάρηες) {λυshάρης} ο λιγούρης
λυσσιοπινώ ρ. (ελυσσιοπείνασα) {λυshοπεινώ} πεθαίνω της πείνας
λυσσιώ ρ. (ελύσσιασα) {λυshώ} [< λύσσα] θυμώνω | μτφ. πεινώ πάρα πολύ "λυσσιώ της πείνας" | μτφ. ως ενεργητικό ρήμα εκφράζει και πολύ μεγάλο ερωτικό πάθος "λυσσιώ σε" = έχω μεγάλο ερωτικό πόθο για σένα
λίω ρ. (έλισα) λιώνω
λόττα (η) ουσ. (πληθ. οι λόττες) το θηλυκό γουρούνι | μτφ. η πολύ χοντρή γυναίκα
λουβί (το) ουσ. (πληθ. τα λουφκιά) το μαυρομάτικο φασόλι
λουβούιν (το) ουσ. (πληθ. τα λουβούθκια) το θρύμμα
λουβώ ρ. (ελούβησα) θρυμματίζω
λούκκος (ο) ουσ. το λακάκι, τρύπα στο έδαφος
μαείρισσα (η) ουσ. (πληθ. οι μαείρισσες) η κατσαρόλα
μαϊμούνα (η) ουσ. (πληθ. οι μαϊμούνες) η μαϊμού
μαϊττάππι (το) ουσ. το κοροΐδεμα, το δούλεμα π.χ. "μας έπιασε στο μαϊττάππι" δηλαδή μας δουλεύει
μαλαχτός -η -ο επίθ. ο μαλακός | μτφ. ο ευάλωτος άνθρωπος
μαννός (ο) ουσ. (πληθ. οι μαννοί) ο ηλίθιος
μαξιλαρόντυμα (το) ουσ. (πληθ. τα μαξιλαροντύματα) η μαξιλαροθήκη
μάππα (η) ουσ. (πληθ. μάππες) η μπάλα
μάππουρος (ο) ουσ. (πληθ. οι μάππουροι) το κουκουνάρι
μαστραππάς (ο) ουσ. (πληθ. οι μαστραππάες) μεταλλικό δοχείο, συνήθως από κονσέρβα | μτφ. ο ανόητος άνθρωπος, με την έννοια ότι ο μαστραππάς είναι κενός από μέσα όπως και ο ανόητος
μεζετζής (ο) ουσ. (πληθ. οι μεζετζήες) {μεζεdjής} αυτός που του αρέζουν οι μεζέδες
μεσοβυζιά (η) ουσ. ο χώρος ανάμεσα στα στήθη μιας γυναίκας
μηάλος -η -ον επίθ. μεγάλος
μηαλιώνας (ο) ουσ. (πληθ. οι μηαλιώνες) ο αντίχειρας
μίλλα (η) ουσ. (πληθ. οι μίλλες) το λίπος
μιτσής (ο) και μιτσιά (η) και μιτσί (το) ουσ. (πληθ. αρσ. οι μιτσιοί {μιchοί} θηλ. οι μιτσιές {μιchές} τα μιτσιά {μιchιά}) ο μικρός, η μικρή, το μικρό
μμάτι (το) και αμμάτι (το) ουσ. (πληθ. μμάθκια (τα) και αμμάθκια (τα) το μάτι, στη μορφή αμμάτι όταν προηγείται λέξη που τελειώνει σε σύμφωνο
μονή (η) ουσ. (πληθ. οι μονές) το κρεβάτι
μοτόρα (η) ουσ. (πληθ. οι μοτόρες) η μοτοσυκλέτα
μουβλούκα (η) ουσ. (πληθ. οι μουβλούκες) το μαξιλάρι
μούλος (ο) και μούλα (η) ουσ. (πληθ. αρσ. οι μούλοι θηλ. οι μούλες) το αρσενικό και το θηλυκό μουλάρι
μουτταρκά (η) ουσ. (πληθ. οι μουτταρκές) τα απόκρυμνα έδαφη
μουττάς (ο) ουσ. (πληθ. οι μουττάες) [< μούττη (βλ.λ.)] αυτός που έχει μεγάλη μύτη
μούττη (η) ουσ. (πληθ. οι μούττες) η μύτη
μούχτιν επίρρ. δωρεάν
μουχτιτζής (ο) ουσ. (πληθ. οι μουχτιτζήες) {μουχτιdjής} αυτός που επιδιώκει να παίρνει πράγματα δωρεάν, που μηχανεύεται τρόπους για να μην πληρώνει
μωρεύκουμαι ρ. (εμωρεύτηκα) παλιμπαιδίζω
νεύκω ρ. (ένεψα) [< αρχαίο νεύω] γνέφω, κάνω νόημα
νησιάνι (το) ουσ. (πληθ. νησιάνια) {νηshάνι} στρατιωτικό διακριτικό
νίφκουμαι ρ. (ένιψα, ενίφτηκα) νίβομαι, πλένω το πρόσωπό μου
ντζίζω ρ. (έτζιξα) {έdjιξα} αγγίζω
ξηφτερίζω ρ. (εξηφτέρισα) ξεπουπουλιάζω
ξεροτήανο (το) ουσ. (πληθ. τα ξεροτήανα) ο λουκουμάς
ξιμαρισμένος -η -ον επίθ. λερωμένος, ακάθαρτος | μτφ. ο άνθρωπος που βρίζει πολύ | ο άνθρωπος που σκέφτεται πρόστυχαόι αρνητικό μόριο, όχι
οξά διαζευκτικός σύνδεσμος ή
όξινο (το) ουσ. (πληθ. όξινα) το λεμόνι
όξυπνος -η -ον επίθ. ξύπνιος, έξυπνος
ορκά (η) ουσ. (πληθ. οι ορκές) [< αρχαίο οργυιά] μονάδα μέτρησης μήκους, ίση με το άνοιγμα των χεριών στα πλάγια
ούλλος -η -ον επίθ. ο ολόκληρος
ούσσου σώπα (προστακτική)
ούτσιαλι (το) μτφ. το πολύ φαΐ
οφτός (ο) -η (η) -ον (το) επίθ. [< αρχαίο οπτός] ο ψητός (κυρίως για ψητά φαγητά)
παγκούι (το) ουσ. (πληθ. τα παγκούθκια) υποκοριστικό του πάγκος, παγκάκι
παθκιά (η) ουσ. (πληθ. οι παθκιές) το πάτημα, το ίχνος που αφήνει κάποιος περπατώντας
παλάτι (το) ουσ. (πληθ. παλάθκια) το παλάτι, παρατίθεται εδώ για την ιδιομορφία στον πληθυντικό
παλιώνω ρ. (επάλιωσα) παλεύω
Πάμπος (ο) ανδρικό όνομα, χαϊδευτικό του Χαράλαμπος
πάννα (η) ουσ. λεπτή μεμβράνη από εντόσθια ζώων, χρησιμοποιείται για το τύλιγμα της σεφταλιάς (βλ.λ.), είναι το ίδιο υλικό με αυτό που τυλίγεται το κοκορέτσι
παννίζω ρ. (επάννισα) χρησιμοποιώ κάτι για πρώτη φορά, συνήθως για ρούχα και παπούτσια
παουρίζω ρ. (επαούρισα) φωνάζω
παπίλλαρος (ο) ουσ. (πληθ. οι παπίλλαροι) τα πρώτα σύκα
παπίρα (η) ουσ. (πληθ. οι παπίρες) η πάπια
πάππαλλα τέλος, δεν έχει άλλο
παραπόττης (ο) ουσ. (πληθ. οι παραπόττηες) αυτός που κάνει ατιμίες
παρπέρης (ο) ουσ. (πληθ. οι παρπέρηες) ο κουρέας
πασιαμάς (ο) ουσ. (πληθ. οι πασιαμάες) {παshαμάς} ο χαβαλές
πασπίσκοπος (ο) ουσ. [< τουρκικό πας + επίσκοπος] ο αρχιεπίσκοπος
πασσύς (ο) πασσιά (η) πασύ (το) επίθ. {παshύς} ο παχύς
πατανία (η) ουσ. (πληθ. οι πατανίες) η κουβέρτα
πατί (το) ουσ. το βήμα
πατσαρκά (η) ουσ. (πληθ. οι πατσαρκές) το χαστούκι
πατσιαούρα (η) ουσ. (πληθ. οι πατσιαούρες) η ατημέλητη
πατταλόνι (το) ουσ. (πληθ. τα πατταλόνια) το παντελόνι
παττίχα (η) ουσ. (πληθ. οι παττίσες {παττίshες}) το καρπούζι
πεζούνι (το) ουσ. (πληθ. τα πεζούνια) το περιστέρι
πελλαμός (0) ουσ. η τρέλλα
πελλανίσκω ρ. (επέλλανα) τρελλαίνομαι
πελλάρα (η) ουσ. (πληθ. πελλάρες) η τρέλλα, π.χ. "έπιασε με η πελλάρα" δηλαδή μ' έπιασε η τρέλλα, και "έκαμα μια πελλάρα" δηλάδή έκανα κάτι τρελλό
πελλός (ο) πελλή (η) πελλό (τό) επίθ. (πληθ. αρσ. οι πελλοί θηλ. οι πελλές ουδ. τα πελλά) [< πελλανίσκω (βλ.λ.)] ο τρελλός
πηλός (ο) ουσ. (πληθ. τα πηλά) η λάσπη, παρατίθεται εδώ για την ιδιομορφία στον πληθυντικό
πιθκιάυλι (το) ουσ. (πληθ. τα πιθκιάυλια) [< αρχαίο δίαυλος] πνευστό μουσικό όργανο
πιθκιαβλοζάμπης -ισσα -ικον επίθ. [< πιθκιαύλι (βλ.λ.) + ζάμπα (βλ.λ.)] αυτός που τα πόδια του είναι λεπτά σαν πιθκιαύλι
πιλέ επίρρ. ήδη
πίσσα (η) ουσ. (πληθ. πίσσες) η τσίχλα
πιττώνω ρ. (επίττωσα, επιττώθηκα) πλακώνω, στριμώχνω
πλυννίσκω ρ. (έπλυνα, επλύθηκα) πλένω
ποζαύλιν (το) ουσ. (πληθ. τα ποζαύλια) αποκαΐδι
ποζουρτώ ρ. (εποζούρτισα) κουράζομαι πάρα πολύ
'πο δά απ' εδώ
ποήνα (η) ουσ. (πληθ. οι ποήνες) δερμάτινες αδιάβροχες μπότες, γαλότσες
πόι (το) ουσ. (πληθ. τα πόθκια) το πόδι
ποθκιά (η) ουσ. (πληθ. οι ποθκιές) η ποδιά
ποθκιάντροπος -η -ον επίθ. ο ξεδιάντροπος
ποϊνάρι (το) ουσ. (πληθ τα ποϊνάρκα) το μπατζάκι, το ένα σκέλος του παντελονιού
πολογιάζω ρ. (επολόγιασα) αποδιώχνω
πομιλόρι (το) ουσ. (πληθ. τα πομιλόρκα) η ντομάτα
πόμπα (η) ουσ. (πληθ. οι πόμπες) η βόμβα
ποξαμάτι (το) ουσ. (πληθ. τα ποξαμάθκια) το παξιμάδι
πορνόν πορνόν επίρ. πρωί πρωί, πολύ νωρίς
πότσα (η) ουσ. (πληθ. οι πότσες) η μπουκάλα
'πο τζεί {'πο djει} απ' εκεί
πούζα (η) ουσ. η ασθένεια κήλη
πούκουππα επίρρ. ανάποδα
πουλλαόφωνος -η -ον επίθ. [< πουλάδα + φωνή] ο άνθρωπος μιλά με λεπτή φωνή
πούλλες (οι) ουσ. τηγανιτές φέτες μελιτζάνας
πουπούξιος (ο) ουσ. η κουκουβάγια
πουρέκκα (η) ουσ. (πληθ. οι πουρέκκες) η κοπέλα που είναι γλυκιά σαν μπουρέκι (φιλοφρόνηση)
πουρέκκι (το) ουσ. (πληθ. τα πουρέκκια) [< τουρκικό borek] το μπουρέκι
πουττεύκω ρ. (επούττεψα) [< πούττος (βλ.λ.)] δειλιάζω
πούττος (ο) και πουττί (το) ουσ. (πληθ. οι πούττοι) το γυναικείο γεννητικό όργανο | μτφ. ο δειλός άνθρωπος
ποφκάλλω ρ. (επόφκαλα, εποφκάλτηκα) κουράζω κάποιον, του βγάζω την πίστη
ππάλα (η) ουσ. (πληθ. οι ππάλες) [< ιταλικό pala] ο μπαλτάς
ππαλουζές (ο) ουσ. η μουσταλευριά
ππαραόπιστος -η -ον επίθ. ο τσιγκούνης, ο φιλάργυρος
ππαράς (ο) ουσ. (πληθ. οι ππαράες) το χρήμα
ππεζεβένγκης (ο) ουσ. (πληθ. οι ππεζεβένγκηες) ο κερατάς
ππούλλι (το) ουσ. (πληθ. τα ππούλλια) το βλήμα, ο ηλίθιος
ππουνιά (η) ουσ. (πληθ. οι ππουνιές) η γροθία, και ως ππούνιος (ο) με την ίδια έννοια
ππουρτού (τα) ουσ. τα σαμπράκαλα, τα υπάρχοντα
πρότσα (η) ουσ. (πληθ. οι πρότσες) το πηρούνι
πυρά (η) ουσ. (πληθ. οι πυράες) ζέστη, καύσωνας | φράση "επιάσαν οι πυράες" δηλαδή σφίξαν οι ζέστες | πύρουλλος (ο) μεγεθυντικό του πυρά
πυρκολώ ρ. (επυρκόλησα) βάζω φωτιά
ρα επιφώνημα, αναφορά προς κοπέλλα (το θηλυκό του ρε)
ρέσσω ρ. (έρεξα) περνώ
ριάλια (τα) ουσ. τα λεφτά
ρότσος (ο) και ρότσα (η) ουσ. (πληθ. αρσ. οι ρότσοι θηλ. οι ρότσες) η πέτρα
σάζω ρ. (έσασα, εσάστηκα) φτιάχνω
σάκκος (ο) ουσ. (πλυθ. οι σάκκοι) παλτό
σαντανωσιά (η) ουσ. (πληθ. οι σαντανωσιές) {σαντανωshά) η ανακατοσούρα
σαρκά (η) ουσ. (πληθ. οι σαρκές) η σκούπα
σάτζη (η) ουσ. ρηχό μεταλλικό μαγειρικό σκέυος, στο οποίο συνήθως ψήνονται πίτες χωρίς λάδι
σβηστήρι (το) ουσ. (πληθ. τα σβηστήρκα) η γομολάστιχα
σεντ (το) ουσ. [< αγγλικό cent] νόμισμα, ένα εκατοστό της Κυπριακής λίρας, ίσο περίπου με 1.7 λεπτά του ευρώ
σεφταλιά (η) ουσ. (πληθ. οι σεφταλιές) {shεφταλιά} φαγητό με γέμιση που περιέχει κυρίως κιμά τυλιγμένο σε πάννα (βλ.λ.)
σιακατούρι (το) ουσ. (πληθ. τα σιακατούρκα) {shακατούρι} [< ίσα + κάτω] η κατηφόρα
σιεηττάνης (ο) σιεηττάνισα (η) σιεηττάνικο (το) ουσ. (πληθ. οι σιεηττάνηες, οι σιεηττάνισσες, τα σιεηττάνικα) {shεηττάνης} [< αγγλικό satan] μτφ. ο πονηρός άνθρωπος, ο τυχοδιώκτης | μτφ. για παιδιά που δεν κάθονται φρόνιμα ποτέ, που κάνουν συνέχεια αταξίες
σιεροκουτάλα (η) ουσ. η περίεργη γυναίκα, η κουτσομπόλα, που χώνει τη μύτη της παντού
σιέζω ρ. (έσιεσα, εσιέστηκα) {shέζω} χέζω
σιέρι (το) ουσ. (πληθ. τα σιέρκα) {shέρι} το χέρι
σίερο (το) ουσ. (πληθ. τα σίερα) το μέταλλο σίδερο | η ηλεκτρική συσκευή με την οποία σιδερώνουμε
σιερώνω ρ. (εσιέρωσα) σιδερώνω
σιερώστρα (η) ουσ. (οι σιερώστρες) η σιδερώστρα
σιέσης (ο) ουσ. (πληθ. οι σιέσηες) {shέσης} [< χέστης] ο δειλός
σιονώνω ρ. (εσιόνωσα) χύνω
σιόρ (ο) ουσ. ο κύριος
σιουσιούκκος (ο) ουσ. {shουshούκκος} παραδοσιακό κυπριακό γλυκό, μακρόστενο στο σχήμα, αποτελείται από αμύγδαλα ή κάστανα περασμένα σε κλωστή, που τα βουτάνε σε λυωμένη μουσταλευριά, η οποία μετά πήζει και περικλείει τους ξηρούς καρπούς
σίστος (ο) ουσ. (πληθ. οι σίστοι) {shίστος} το γυναικείο γεννητικό όργανο
σκαρπάρης (ο) ουσ. (πληθ. οι σκαρπάρηες) ο τσαγκάρης
σκατούλλικα (τα) ουσ. παιχνίδι που παίζεται με πέτρες σχήματος πλάκας, όπου ο κάθε παίκτης προσπαθεί να ρίξει την πέτρα του και να πλακώσει την πέτρα του αντιπάλου του
σκεμπέ (η) ουσ. η κοιλίά
σκεμπετζής (ο) ουσ. {σκεμπεdjής} ο κοιλαράς
σκλουβέρι (το) ουσ. (πληθ. τα σκλουβέρκα) το λευκό κεντητό ύφασμα που στολίζει την οροφή μεγάλου κρεβατιού
σκουλούτζι (το) ουσ. (πληθ. τα σκουλούτζια) {σκουλούdjι} το σκουλήκι
σμιλί (το) ουσ. μικρή μεταλλική βελόνα που χρησιμοποιείται για ψιλά κεντήματα
σοίρος (ο) ουσ. (πληθ. οι σοίροι) {shοίρος} [< χοίρος] το γουρούνι
σούζω ρ. (έσουσα) κουνώ
σούσα (η) ουσ. (πληθ. οι σούσες) η κούνια | μτφ. οι σούσες είναι η παιδική χαρά, π.χ. "πάμε στις σούσες" δηλαδή πάμε στην παιδική χαρά
σπαρκώνω ρ. (εσπάρκωσα) για ζώα: η κατάσταση ενός ζώου όταν είναι περίοδος ζευγαρώματος και δεν έχει ταίρι | για ανθρώπους: νιώθω έντονη την ανάγκη να κάνω σεξ (περιπαικτικά)
σσιάζουμαι ρ. (εσσιάστηκα) {shιάζουμαι} βλέπω
σσίζω ρ. (έσσισα, εσσίστηκα) {shίζω} σκίζω
σούζμα (το) ουσ. το κούνημα
σσεπέττος (ο) ουσ. (πληθ. οι σσεπέττοι) {shεπέττος} το κυνηγετικό όπλο
σσυλλόπελλος (ο) -η (η) -ον (το) ουσ. [< σσύλλος (βλ.λ. + πελλός (βλ.λ.)] ο θεότρελος
σσύλλος (ο) σσύλλα (η) ουσ. (πληθ. αρσ. οι σσύλλοι θηλ. οι σσύλλες) {shύλλος} σκύλος, σκύλα
Στάλω (η) γυναικείο όνομα, χαϊδευτικό του Χρυσή (Χρυσή, Χρυστάλλα, Χρυστάλλω, Στάλω)
στετέ (η) ουσ. η γιαγιά
στράτα (η) ουσ. (πληθ. οι στράτες) ο δρόμος
συλάρι (το) ουσ. (πληθ. τα συλάρκα) {shυλάρι} [< χυλός] ο χυλός
συνάω ρ. (εσύναξα, εσυνάχτηκα) [< αρχαίο συνάγω] μαζεύω
συνότζιαιρος -η -ον επίθ. ο σύγκαιρος, ο συνομήλικος
συντυχάνω ρ. (εσύντυχα) [< συν + τυγχάνω] συνομιλώ, συζητώ
σύξηλος -η -ον επίθ. ο άναυδος
σύρνω ρ. (έσυρα) ρίχνω, πετώ
σωρόφκω ρ. (εσώροψα) μαζεύω, συγκεντρώνω
τάβλα (η) ουσ. (πληθ. οι τάβλες) τραπέζι ή κρεβάτι
ταπέλλα (η) ουσ. (πληθ. οι ταπέλλες) η πινακίδα
ττάππος (ο) ουσ. (πληθ. οι ττάπποι) ο φελλός του κρασιού | μτφ. ο κοντός άνθρωπος
τατάς (ο) ουσ. ο νονός
τζαί σύνδ. {djαι} και
τζιαμέ επίρρ. {djιαμέ} εκεί
τζυλώ ρ. (ετζύλησα) {djυλώ} κυλώ
τζείνη επίρρ. {djείνη} εκείνη
τζείνος επίρρ. {djείνος} εκείνος
τζισβές (ο) ουσ. (πληθ. οι τζισβέδες) {djισβές} το μπρίκι
τζίτρινος (ο) -η (η) -ον (το) επίθ. ο κίτρινος
τζοιμούμαι ρ. (ετζοιμήθηκα, ετζοίμησα) {djοιμούμαι} κοιμάμαι
τζυλώ ρ. (ετζύλησα) {djυλώ} κυλώ
τηάνι (το) ουσ. (πληθ. τα τηάνια) το τηγάνι
τηανίζω ρ. (ετηάνισα, ετηανίστηκα) τηγανίζω
τιτσίν (το) ουσ. το κομμάτι
τίτσιρος -η -ον επίθ. ο γυμνός
τουρτουρώ ρ. τουρτουρίζω
τράουλλος (ο) ουσ. (πληθ. οι τραούλλοι) ο τράγος
τρι (το) ουσ. χειροποίητα ζυμαρικά που βράζονται με γάλα αντί για νερό
τσαέρα (η) ουσ. (πληθ. οι τσαέρες) [< αγγλικό chair] η καρέκλα
τσανιάζω ρ. (ετσάνιασα) γρατσουνώ
τσεντί (το) ουσ. (πληθ. τα τσεντιά) το πορτοφόλι
τσενγκένης (ο) ουσ. (πληθ. οι τσενγκένηες) ο γύφτος
τσιλλώ ρ. (ετσίλλησα, ετσιλλήθηκα) πιέζω
τσιφτές (ο) ουσ. (πληθ. οι τσιφτέδες) νόμισμα, παλιά υποδιαίρεση της λίρας που έχει καταργηθεί | στην καθομιλουμένη μεταξύ παιδιών είναι το νόμισμα που χρειάζεται για να ξεκινήσει ένα παιχνίδι σε ηλεκτρονικό μηχάνημα, παλιότερα ίσο με 10 σεντ (βλ.λ.), αργότερα 20 σεντ και τώρα 50 σεντ
τσούρα (η) ουσ. (πληθ. οι τσούρες) η κατσίκα
τταλαττούρι (το) ουσ. το τζατζίκι
Τταλού (η) γυναικείο όνομα, χαϊδευτικό του Χρυσή (Χρυσή, Χρυστάλλα, Χρυσταλλού, Τταλλού)
τταπουροκολού (η) ουσ. (πληθ. οι τταπουροκολούες) η μοτοσυκλέτα
φακκώ ρ. (εφάτσησα {εφάchησα}) χτυπώ
φάουσα (η) ουσ. ο σκασμός
φίνα (η) ουσ. (πληθ. οι φίνες) είδος φιδιού, πολύ μικρού σε μέγεθος, με ισχυρότατο θανατηφόρο δηλητήριο
φκάλλω ρ. (έφκαλα) βγάζω
φκιακάς (ο) ουσ. (πληθ. οι φκιακάες) αυτός που έχει μεγάλα αυτιά
φκιολάρης (ο) ουσ. (πληθ. οι φκιολάρηες) ο βιολιστής
φκιολί (το) ουσ. (πληθ. τα φκιολιά) το βιολί
φκιόρο (το) ουσ. (πληθ. τα φκιόρα) το λουλούδι, το φυτό | μφτ. για τον βλάκα, τον αγαθιάρη
φλόκκος (ο) ουσ. η σφουγγαρίστρα
φόκος (ο) ουσ. η φωτιά
φουκού (η) ουσ. (πληθ. οι φουκούες) μεταλλικό δοχείο όπου ανάβονται κάρβουνα, με σκοπό το ψήσιμο, φουφού
φουντάνα (η) ουσ. (πληθ. οι φουντάνες) η βρύση
φρουτσίν (το) ουσ. (πληθ. τα φρουτσιά {φρουchά}) [< υποκοριστικό του βούρτσα, βουρτσί] το πινέλο
φτείρα (η) ουσ. (πληθ. οι φτείρες) η ψείρα
φτιν (το) ουσ. (πληθ. τα φκιά) το αυτί
φωθκιά (η) ουσ. (πληθ. οι φωθκιές) η φωτιά
χάι χούι (το) ουσ. ο χαβαλές
χαμαί επίρρ. [< αρχαίο χαμαί] χάμω
Χαμπής (ο) ανδρικό όνομα, χαϊδευτικό του Χαράλαμπος
χαρτούτσα (η) ουσ. (πληθ. οι χαρτούτσες) {χαρτούchα} το φυσίγγιο του κυνηγετικού όπλου
χαρτωμένος (ο) χαρτωμένη (η) χαρτωμένο (το) ουσ. (πληθ. οι χαρτωμένοι, οι χαρτωμένες, τα χαρτωμένα) ο αρραβωνιασμένος
χογλώ ρ. (εχόγλασα) βράζω
χτηνό (το) ουσ. (πληθ. τα χτηνά) το ζώο, το κτήνος | μτφ. κάποιος πολύ γυμνασμένος
χτίν (το) ουσ. το γουδί
χτιτσιό (το) ουσ. {χτιchιό} [< χτικιό] η βρωμιά, η ακαθαρσία
χτιτσιολοώ ρ. (εχτιτσιολόησα) {εχτιchιολόησα} βρωμάω άσχημα
χτοσιέριν (το) ουσ. {χτοshέριν} το γουδοχέρι
ψατζή (η) ουσ. το δηλητήριο | μτφ. το πολύ κρύο
ψάρι (το) ουσ. (πληθ. τα ψάρκα) το ψάρι (παρατίθεται για την ιδιαιτερότητα του πληθυντικού)



βάλτε τζιε εσείς τα δικά σας...


Άγιος Σωζόμενος, Το... στοιχειωμένο χωριό

Λίγα χιλιόμετρα από την Λευκωσία , βόρεια από το Δάλι μεταξύ του Γερίου και της Ποταμιάς βρίσκεται το χωριό Άγιος Σωζόμενος. Χ...