ΑΘΘΥΜΟΥΜΑΙ


ΑΘΘΥΜΟΥΜΑΙ...
Όταν οι γειτονιές μύριζαν γιασεμί και είχαν ζωή.
Το δείλις, άμα οι ίσκιοι μάκραιναν, οι κοπελιές με τις κούζες και τις κορύπες στο χέρι, ανηφόριζαν στο καλοτζιαρινό να τις γεμίσουν με φρέσκο, κρύο νερό.
Στο χωριό μου είχαμε δύο καλοτζαιρινά, το πάνω και το κάτω. Το πάνω καλοτζιαιρινό έτρεχε μέσα από κτιστό και σκεπαστό αυλάκι, δίπλα από το Οκτατάξιο σχολείο. Είχε 3 σκαλιά, τα κατέβαινες, έβαζες την κούζα σου στο στόμιο του αυλακιού και γέμιζε με καθαρό, δροσερό νερό. Παιδιά εμείς, σκύβαμε, γεμίζαμε τις χούφτες, πίναμε και ήταν σαν να μας χάριζαν τον ουρανό με τ΄άστρα. Αμα ήταν καλοκαίρι, βγάζαμε τα παπούτσια , σκύβαμε λίγο και μπαίναμε μέσα στο κτιστό αυλάκι. Περπατούσαμε όσο μας επέτρεπε το φώς που έμπαινε από το στόμιο του πετραύλακου. Κάποια αγόρια μάζευαν καττούες ή αν ήταν τυχερά έβρισκαν κανένα κάβουρα.
Το νερό του καλοτζαιρινού έτρεχε ολόχρονα και κατέληγε σε μια μεγάλη δεξαμενή. Από εκεί οι δικαιούχοι που είχαν και κοτσάνι του νερού, πότιζαν τα περιβόλια και τις φυτείες τους.
Το κάτω καλοτζαιρινό ήταν στην βόρεια πλευρά του χωριού .
Αν θυμάμαι καλά, ήταν ένα τετράγωνο λαγούμι στο οποίο ανάβλυζε το νερό και συνέχιζε την πορεία του. Έσκυβες, τέντωνες τα χέρια και γέμιζες την κορύπα σου .
Ας πάμε πίσω στις κοπελιές με τις κούζες. Συνήθως πήγαιναν να γεμίσουν δυο – τρείς παρέα, κουβέντιαζαν κιόλας. Η κούζα έπαιρνε τη θέση της πάνω στο τραπέζι, με κεντητό πετσετάκι στο στόμιο ξεδιψούσε τους νοικοκύρηδες όταν επέστρεφαν αργά το απόγευμα, από τον μόχθο των χωραφιών. Πρώτα τάιζαν τα ζώα που τους βοηθούσαν στις γεωργικές εργασίες όλη μέρα, τους έβαζαν καθαρό νερό και μετά έστρωναν τραπέζι για την οικογένεια. Τα καλοκαιρινά βράδυα πολλοί έτρωγαν έξω στην αυλή που ήταν πιο δροσερά. Τότες τα σπίτια όλα είχαν εσωτερική αυλή με ψηλούς μαντρότοιχους που τους προστάτευαν από τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών.
Μετά το δείπνο, οι άντρες πήγαιναν στο καφενείο και οι γυναίκες και τα παιδιά, έπαιρναν τις καρεκλίτσες τους και καθόντουσαν έξω στο δρόμο με τις γειτόνισσες. Παρέες παρέες, κουβέντιαζαν, έλεγαν για τις δουλιές τους, τα δικά τους, τα βάσανά και τις χαρές τους. Τα παιδιά έπαιζαν συνήθως χωστό, βοηθούσε και το σκοτάδι να κρυφτούν καλύτερα. Ακουγες το παιδί που «καμμούσε» να φωνάζει δυνατά: - Πέντε, δέκα , δεκαπέντε ως το εκατό και μετά πτού, κανέναν εν έσιει. Ησυχία για λίγο και μετά τα παδιά ξεφώνιζαν χαρούμενα.
Οι άντρες πήγαιναν στο καφενείο όχι μόνο για να ακούσουν τα νέα, άλλά και για να διευθετήσουν τις εργασίες της επόμενης μέρας, αφού δεν υπήρχαν τηλέφωνα . Η επιστροφή τους στο σπίτι σήμαινε το τέλος της βραδυάς. Μαζευόντουσαν τα παιδιά, οι καρεκλίτσες και πήγαιναν όλοι για ύπνο.
΄Υστερα με τα χρόνια μπήκαν οι τηλεοράσεις σιγά σιγά σε όλα τα σπίτια. ΄Εκλεισαν οι άνθρωποι τις πόρτες τους, έκλεισαν και τις καρδιές τους, άδειασαν οι γειτονιές.
Να σας πω την αλήθεια; Νομίζω πως και τα γιασεμιά δεν μυρίζουν πια το ίδιο.


ΥΓ. Ο Γάλλος αρχιτέκτονας και σχεδιαστής Edmond Duthoit στα μέσα του 19ου αιώνα (1862 - 1865) επισκέπτεται την Κύπρο και μελετά τα ήθη, τα έθιμα, την καθημερινή ζωή και τους ανθρώπους. Πέρασε και από το Ακάκι. Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο "Στο ωραιότερο μονοπάτι του κόσμου" ο Edmond Duthoit και η Κύπρος" . Εκδοτική επιμέλεια Ρίτα Κ. Σεβέρη, Lucie Bonato, Εκδοση απο το Συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου.