Από τες λαψάνες στες ..... λαγάνες.

Γράφει η Αργυρή Τσίγκη 
Οι σήκωσες (αποκριές) και η καθαρά Δευτέρα των παιδικών και νεανικών μου χρόνων ήταν πολλά διαφορετικές από τις σημερινές.
Τις μέρες πριν τις σήκωσες οι νοικοκυρές έφτιαχναν συχνά πουρέκια. Τηγανιτά της αναρής, του κεϊμά, του χαλλουμιού και της σάτζιης, δηλαδή πουρέκια με χαλλούμι, δυόσμο και ελαιόλαδο ψημένα στο σάτζι, χωρίς λάδι. Απαραίτητο ήταν και το γάλαν το όξυνον, δηλαδή το γιαουρτι το παραδοσιακό με την πέτσα που συνόδευε τα πουρέκια του σατζιού. Αθθυμούμαι την Ανάστα, γειτόνισσα της γιαγιάς μου, που είχε κουπάδιν με κουέλλες και της έδινε φίζες με γάλαν όξυνον. Ετσι γάλαν δεν έχω ξαναφάει από τότε.

Η τσικνοπέμπτη, ήταν μια συνηθισμένη μέρα, χωρίς τις σημερινές υπερβολές. Συνήθως οι νοικοτζυρές έφτιαχναν πουρέκια και τηγάνιζαν αυγά και λουκάνικα να τσικνίσει, έλεγαν, το σπίτι.
Την Σήκωση ( Κυριακή της Τυρινής), μικρά παιδιά ντυμένα μάσκες, γύριζαν το χωριό και κτυπούσαν τις πόρτες των συγγενικών κυρίως σπιτιών. Οι νοικοκυρές τους άνοιγαν και προσπαθούσαν να καταλάβουν ποιοί ήταν κάτω από τις μάσκες. Συνήθως φορούσαν φουστάνια των μανάδων ή των γιαγιάδων τους, τσεμπέρια, ή παντελόνια και βράκες των παππούδων και στο πρόσωπο είχαν μάσκα. Δεν είχαν όλοι τα χρήματα για εκείνη την ταπεινή μάσκα και κάποιοι έβαζαν κάλτσα στο πρόσωπο. Οταν τα παιδιά αποκάλυπταν τα πρόσωπά τους, τους κερνούσαν πουρέκια.
Την νύκτα της σήκωσης, συνήθιζαν να μαζεύονται συγγενείς και φίλοι σε ένα σπίτι για να φάνε όλοι μαζί. Η κάθε νοικοκυρά μαγείρευε στο σπίτι της, έφτιαχνε και τα πουρέκια της και το βράδυ έπαιρναν τις κατσαρόλες με τα φαγητά στο σπίτι που θα τους φιλοξενούσε. Κοτόπουλα βραστά και μακαρόνια, ή σούπα ρύζι, ραβκιόλες, κολοκάσι με τον σιοίρο, ψητό, γάλαν όξυνο και πουρέκια. Εστρωναν τα τραπέζια στο δίχωρο, έτρωγαν,έπιναν και διασκέδαζαν με τσιαττιστά, τραγούδια, αστείες ιστορίες και παραμύθια.
Από τις πιο διασκεδαστικές στιγμές της βραδυάς, ήταν όταν έφταναν στο σπίτι οι μάσκες. Ντυμένοι με φουστάνια και τσεμπέρια, με βράκες, ή τυλιγμενοι με σεντόνια, στο πρόσωπο είχαν μάσκα και κρατούσαν όλοι βέρκαν. . Προσπαθούσαν να τους καταλάβουν από το ανάστημα. ΄Ελεγαν ένα όνομα και οι μάσκες κουνούσαν αρνητικά το κεφάλι. Κάποιοι άντρες σηκώνονταν από τη θέση τους στο τραπέζι, πήγαιναν κοντά τους και προσπαθούσαν να τους βγάλουν την μάσκα, να τους αποκαλύψουν. Οι μάσκες σήκωναν απειλητικά την μαγκούρα τους και γινόταν ένα παιγνίδι μεταξύ τους. ΄Οταν στο τέλος αποκάλυπταν τα πρόσωπά τους, ακολουθούσαν γέλια και πειράγματα. Τους κερνούσαν κρασί ή άλλο ποτό, πουρέκια και συνεχιζαν για άλλο σπίτι.
Την επόμενη μέρα, Καθαρά Δευτέρα, οι νοικοτζυρές έβραζαν πατάτες και παντζάρια. Το τραπέζι είχε χόρτα, αγκινάρες, ξυδάτα, κραμπί, πορτοκάλια, μανταρίνια και κούμουλλα, δηλαδή ψωμί με σισάμι. Ούτε λαγάνες, μόνο λαψάνες. Μήτε χταποδάκια στα κάρβουνα, μήτε γαρίδες και σουπιές. Απλό φαγητό και λιτό. Η πολυτέλεια της ημέρας ήταν καμιά οντζιά χαλουβάς, όσο για να πάρουν όλοι από ένα κομματάκι.
΄Ωσπου περνούν τα χρόνια καινούρια πράματα μπαίνουν στη ζωή μας και γίνονται παράδοση και πατροπαράδοτα έθιμα. ΄Οπως οι λαγάνες.
ΥΓ. Πάντως εγώ δεν τρώω τις λαγάνες. Προτιμώ την καθαρά Δευτέρα να "καθαρίζω" τα πουρέκια. ΄Αλλωστε για μένα είναι παράδοση πεντηκονταετίας και βάλε.


Γράφει η Αργυρή Τσίγκη