ads gl

Αθθυμούμαι 2/3...



Αθθυμούμαι.

Τα Γέννα, όπως ελάλεν η γιαγιά μου τα Χριστούγεννα, έπρεπεν να ζυμώσουμεν τα κούμουλλα.
Μερικές μέρες πριν, ο παπάς μου εφρόντιζεν να κουβαλήσει στην αυλήν της γιαγιάς ξύλα για το άψιμον του φούρνου. Η γιαγιά επλύννισκεν το σιτάριν , το έβαζεν σε έναν καλάθιν να φύει το νερόν του τζιαι άπλωνε το στον ήλιο να στεγνώσει πάνω σε καθαρες σακκούλλες και σεντόνια που είχε για τούτον τον σκοπόν.
Το σιτάριν αλέθετουν στον μύλον τζιαι μόλις το έφερναν στο σπίτι, το άπλωναν πάνω σε σεντόνια να κρυάνει τζιαι μετά εφυλάαν το μέσα σε έναν μεγάλον κουμνίν.
Μια μέρα πριν το ζύμωμα, η γιαγιά ανατζίναν το προζύμιν. Εβαλλεν την μεγάλη την ξύλινη την βούρναν μέσα στο σώσπιτο τζιαι με την τατσιά εκοσκίνιζεν το αλεύρι να ξεχωρίσει το πίτερον. Εβαλλεν το προζύμι στην μιαν άκρια της βούρνας, λλίον άλας, χλιαρό νερό και το ζύμωνε καλά. Το σκέπαζε με καθαρό ρούχο και το άφηνε όλη τη νυκτα να "μπεί ", δηλαδή να φουσκώσει.
Την επομένη μέρα , πρωί πρωί ζύμωνε το ζυμάρι για τα κούμουλλα. Η δική μου η δουλειά ήταν να κουπανίσω μεσα σε ένα μεγάλο ξύλινο γδι (γουδί) την μαστίχα, το μέχλεπι και την κανέλλα για να αρωματίσουν το ζυμάρι μας. Βλέπετε το ζυμάρι για τα γιορτινά κούμουλλα ήταν διαφορετικό από το καθημερινό ψωμι. Αφού το ζύμωνε η γιαγιά πολλά καλά να γινεί μαρουλλάτο, το σκέπαζε με καθαρά ρούχα και κουβέρτες για να μπεί. Στο μεταξύ άσπριζε το σισάμι και το έβαζε μέσα στο πατούρι ή σισαμικό όπως αλλιώς έλεγαν το ειδικό κόσσιηνον, να στεγνώσει. Μέσα στο σισάμι έβαζε και λίγο μαυρόκοκκο.
΄Οταν ήταν έτοιμο το ζυμάρι, η γιαγιά καθόταν σε μια καρέκλα και έβαζε πάνω στα πόδια της το σανίν, δηλαδή το σανίδι ζυμώματος. Τα πόδια της ακουμπούσαν σε άλλη καρέκλα για να στηρίζεται. Κόβαμε με το μαχαίρι ένα κομμάτι ζυμάρι, το πλάθαμε λίγο στο πλευρό της βούρνας και της το δίναμε να το τελειώσει. . Συνήθως έκαμνε ένα μακρύ ρολό , το τύλιγε στο σισάμι , το ξανάβαζε πάνω στο σανίν, το έκοβε σε κομμάτια και τα ένωνε σε διαφορα σχήματα. Εκαμνεν επίσης ένα κουλούρι και ένα ψωμί στρογγυλό. ΄Οπως έφτιαχνε η γιαγιά τα κούμουλλα και τα έκοβε, περίσσευαν κάποια κομματάκια στις άκριες. Περιμέναμε πώς και πώς να τα πιάσουμε να τα ξαναπλάσουμε για να κάμουμε το κουλούρι μας. Πολλές φορές μαλλώναμε ποιού ήταν η σειρά να πιάσει κομματούιν.
Επειδή δεν θα ξαναζυμώναμεν μέχρι την Πρωτοχρονιά, έκαμνεν τζιαι τον Βασίλη. . Ο Βασίλης ήταν ένα μεγάλο ψωμί, στρογγυλό και αυτό με σισάμι, Κόβαμε ένα κομματάκι ασπρόκολλα και τυλίγαμε ένα διπλοσέλινο και το βάζαμε .μέσα στο ζυμάρι. Από εκεινη τη στιγμή σκεφτόμασταν ποιός θα ήταν ό τυχερός όταν θα τον κόβαμε την Πρωτοχρονιά . Μετά με μια λουρίδα ζυμάρι εφτιαχνε ένα σταυρό από πάνω. Τις άκριες των λωρίδων τις έκοβε και τις γύριζε προς τα πίσω και γινόταν σχέδιο. Επαιρνε ένα μαχαίρι και αφού πατούσε την στρογγυλή μύτη του πάνω στο ζυμάρι, έκαμνε σχήματα. Τον Βασίλη τον βάζαμε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στο τραπέζι με κόλλυβα και κρασί, να περάσει ο Αη Βασίλης, να φάει, να πιεί και να ευλογήσει το πουντζί του νοικοτζύρη.
΄Οταν πια κόντευε το ζυμάρι μέσα στην βούρνα να τελειώσει, ήταν ή ώρα που μας άφηναν να κάμουμε τα δικά μας κουλούρια, να τα τυλίξουμε στο σισάμι. Η γιαγιά μας έφτιαχνε κούκλες , βατραχάκια και τσάντες ζυμαρένιες. Τα βάζαμε όλα πάνω σε ένα κρεβάτι και τα σκέπαζε με καθαρό σεντόνι να ξαναμπούν, δηλαδή να ξαναφουσκώσουν. Με τον ξύστρο ξύναμε την βούρνα να καθαρίσει τέλεια από το ζυμάριν, να πλυθεί τζιαι να μπει στη θέση της.
Στο μεταξύ ο παππούς άναβε τον φούρνο. ΄Εβαζε πρώτα κάτσαρα, μετά ξύλα και κάθε λίγο με το κοντάρι τα ανακάτευε και πρόσθετε και άλλα. ΄Αμα ήταν έτοιμος, πυρωμένος, έβγαζε τα πολλά κάρβουνα και η γιαγιά με τον σύρτη, έσυρνε τον φούρνο, δηλαδή καθάριζε τις πλάκες από τις στάκτες. Ο σύρτης ήταν ένα μακρύ ξύλινο κοντάρι και στην άκριά του έδεναν ένα κομμάτι ρούχο. Αθθυμούμαι που έβαζε το χέρι της στο στόμα του φούρνου και καταλαβαινε αν ήταν πολλά πυρωμένος να του δώκει ακόμα έναν γυρόν, δηλαδή να τον ξανασκουπίσει με τον βρεμένο σύρτην να ππέσει η .πυρά του. ΄Αμα ελάλεν η γιαγιά ότι ο φούρνος ήταν έτοιμος, βάζαμε προσεκτικά τα κούμουλλα πάνω σε σανίθκια και τα κουβαλούσαμε στον φούρνο. Με πολλήν δεξιοτεχνίαν τζιαι μαστορκάν εφούρνιζεν με το φουρνέθκιον, για να τα χωρέσει όλα να μην μείνει τίποτε έξω. Στο τέλος τέλος, στην άκρια του φούρνου μας έβαζε τα κουλουράκια μας και τις κουκλούες μας. Ψήνοντα πιο γρήγορα από τα κούμουλλα, αφού ήταν μικρά και περιμέναμε με αγωνία να τα φάμε ζεστά ζεστά.


Αμα ετέλειωνεν το φούρνισμαν η γιαγιά έλάλεν πιάστε ώραν τζια μεις εβουρούσαμεν μεσ΄ στο δίχωρο να δουμεν τι ώραν έδειχνε το ρολόϊ. Στην ώρα εξιφούρνιζε τζιαι εμουσκομύριζεν η γειτονιά.
Με τα κούμουλλα τούτα θα περνούσαμε για δεκαπέντε μέρες, να περάσουν οι γιορτές. Κάποια έπεμπεν τα κανίσσιη σε συγγενείς στην Χώρα.
Την παραμονή των Χριστουγέννων ........
συνεχίζεται.

Σχόλια